..........................Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής //λογοτεχνικό περιοδικό "Υφος".....Αλμπέρ Καμύ // (Albert Camus) [1913-1960]
Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι. Albert Camus

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

"Ο Ξενος" του Αλμπέρ Καμύ



Mairy Lipkovits
ΑΘΗΝΑ

"Ο Ξενος"  του  Αλμπέρ Καμύ


Bρέθηκα μέσα στο ίδιο πυρωμένο ξέσπασμα. Πάνω στην άμμο, η θάλασσα αγκομαχούσε με τη γοργή και πνιχτή ανάσα των μικρών κυμάτων της. Bάδιζα αργά προς τα βράχια κι ένιωθα το μέτωπό μου να φουσκώνει κάτω απ’ τον ήλιο. Όλη τούτη η ζέστη έπεφτε πάνω μου και μ’ εμπόδιζε να προχωρήσω. Kαι κάθε φορά που ένιωθα καταπρόσωπο τη μεγάλη καυτή πνοή της, έσφιγγα τα δόντια, έκλεινα τις γροθιές μου μες στις τσέπες του παντελονιού μου, τεντωνόμουν ολόκληρος για να κατατροπώσω τον ήλιο και τούτη τη βαριά μέθη με την οποία μ’ έπνιγε. Σε κάθε λόγχισμα του φωτός που ξεπετιόταν απ’ την άμμο, από ένα ξασπρισμένο κοχύλι ή από κανένα κομματάκι γυαλί, τα σαγόνια μου συσπάζονταν. 
Περπάτησα ώρα πολλή. 
Διέκρινα από μακριά το μικρό σκοτεινό όγκο του βράχου μέσα σε μια άλω φωτός εκτυφλωτική από την άχνη της θάλασσας. Σκεφτόμουν τη δροσερή πηγή πίσω απ’ το βράχο. Λαχταρούσα να ξαναβρώ το ψιθύρισμα του νερού της, λαχταρούσα να λυτρωθώ απ’ τον ήλιο, την κούραση και τα κλάματα των γυναικών, λαχταρούσα, τέλος, να ξαναβρώ τον ίσκιο και την ξεκούρασή της. 
Mα όταν ζύγωσα, είδα ότι ο άνθρωπος του Pεμόν είχε ξαναγυρίσει. Σκέφτηκα ότι αρκούσε να κάνω μεταβολή κι όλα θα τελείωναν. 
Πίσω μου όμως μια ολόκληρη παραλία που τη δονούσε ο ήλιος μού έκλεινε το δρόμο.

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Ο Καμύ, ο Σίσυφος και το παράλογο

    ΑΡΘΡΟ    
Ο Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, 7 Νοεμβρίου 1913 – 4 Ιανουαρίου 1960)
 ήταν Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαπίστωση του Αλμπέρ Καμύ «Πρέπει να φανταστούμε το Σίσυφο ευτυχισμένο» είναι, τουλάχιστον εξ’ αρχής, εντελώς  παράλογη. Ο Σίσυφος είναι ο μυθολογικός ήρωας που καταδικάστηκε από το Δία να κουβαλά ένα τεράστιο βράχο στην ανηφόρα. Μετά το πέρας αυτής της διαδικασίας ο βράχος ξανακυλούσε στην εκκίνηση κι ο Σίσυφος έπρεπε να ξεκινήσει απ’ την αρχή. Έτσι το μαρτύριο παίρνει τη μορφή της αιωνιότητας καθώς επαναλαμβάνεται επ’ άπειρο. Ένας πραγματικός εφιάλτης που ενσαρκώνει επακριβώς αυτό που λέμε ματαίωση κάθε ελπίδας. Κι εδώ βρίσκεται η πεμπτουσία του δράματος που δεν έχει καμία σχέση με τον απάνθρωπο σωματικό μόχθο αλλά με το τεράστιο ψυχικό βάρος της αιωνιότητας που σχηματοποιεί το αναπόδραστο. Η φρικαλεότητα του παρόντος χάνεται μέσα στην οριστική απελπισία του μέλλοντος. Με δυο λόγια η στέρηση του μέλλοντος είναι η μέγιστη οδύνη, γιατί μόνο μέσα από το μέλλον οριοθετείται το παρόν. Αν το μέλλον χαθεί, το παρόν δεν έχει καμιά σημασία. Ένας άνθρωπος που στερείται το μέλλον, ουσιαστικά στερείται του νοήματος της ύπαρξης, δηλαδή βιώνει το μεγαλύτερο εφιάλτη. Ο Σίσυφος στερείται αμετάκλητα το μέλλον. Ο Σίσυφος δεν μπορεί παρά να ενσαρκώνει την απόλυτη δυστυχία.
Το παράλογο συμπέρασμα του Καμύ για την σισύφεια ευτυχία δεν μπορεί παρά να φέρει στο φως ένα νέο παραλογισμό, που αφορά την ανθρώπινη οπτική της αιωνιότητας. Ο άνθρωπος έχοντας απόλυτη επίγνωση της φθαρτότητάς του αναζητά την ευτυχία μόνο μέσα στη μελλοντική προοπτική. Όλα γίνονται για το μέλλον, για χάρη μιας καλύτερης ζωής που θα έρθει, για χάρη δηλαδή μιας ελπίδας, που όμως είναι καταδικασμένη στο ανεκπλήρωτο, αφού τελικά μέλλον για τον άνθρωπο δεν υπάρχει ή τουλάχιστο δεν έχει τη μορφή που αυτός φαντάζεται. Ενώ το θνησιμαίο της ύπαρξης είναι αμετάκλητο, ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά στο ασυμβίβαστο αδιέξοδο της υποτίμησης του παρόντος (που μπορεί να φτάσει μέχρι την άρνηση), αφού το μέλλον και μόνο το μέλλον νοηματοδοτεί την ύπαρξή του. Κι εδώ βρισκόμαστε στην απόλυτη αντιφατικότητα της ύπαρξης που καταδικάζεται στην προσωρινότητα και ταυτόχρονα την απορρίπτει. Από την άλλη πλευρά, η συνείδηση του θανάτου ματαιώνει κάθε συμπεριφορά και κάθε φιλοδοξία σε βαθμό απόλυτο. Οδηγεί στον άκρατο μηδενισμό, δηλαδή στην απόλυτη αποστασιοποίηση, που από ένα σημείο και μετά παίρνει αυτοκτονικές διαστάσεις. Από αυτή την άποψη η διαιώνιση του παραλόγου της αιώνιας προοπτικής είναι ευεργετική για τον άνθρωπο, αφού του δίνει το κουράγιο να ζει, του δίνει το κουράγιο να συνεχίζει να κουβαλά την πέτρα στην ανηφόρα που όρισε ο Δίας.
Εφόσον η μελλοντική ψευδαίσθηση συνδέεται αναπόδραστα με την ύπαρξη, τότε η ύπαρξη είναι καταδικασμένη στο παράλογο. Μόνο το παράλογο κάνει ανεκτή την ύπαρξη, νικά δηλαδή, έστω ψευδώς, το θάνατο. Με δυο λόγια, ο άνθρωπος αναλαμβάνει ρόλους. Τους αναλαμβάνει με απόλυτη σοβαρότητα, δίνει όλη τη δύναμή του σ’ αυτούς. Ρόλους οικογενειακούς, επαγγελματικούς κτλ. Οι ρόλοι αυτοί δεν είναι παρά το δεκανίκι της ύπαρξης, δηλαδή η προϋπόθεση της ζωής. Οι φιλοδοξίες υποδαυλίζουν τους ρόλους, δημιουργώντας τη συναισθηματική πληρότητα που μεταμορφώνεται σε πάθος για ζωή. Ο άνθρωπος πρέπει να δεθεί μ’ αυτούς τους ρόλους, όσο παράλογοι κι αν είναι, διαφορετικά τον περιμένει η κενότητα που αντίκειται στην ύπαρξη. Ο άνθρωπος, όταν μπλέκεται στον κυκεώνα των ρόλων που αναλαμβάνει, παραδίδοντας μέχρι το τελευταίο ίχνος της ελευθερίας του, αδυνατεί να αντιληφθεί το μέγεθος του παραλόγου που τον στροβιλίζει. (Κι ευτυχώς). Αντιλαμβάνεται τη ματαιότητα μόνο παρακολουθώντας το παράλογο των ξένων ρόλων, ποτέ των δικών του. Έτσι φτάνουμε σε μια τρομερή αντιστροφή. Το παράλογο γίνεται μοναδική λογική, αφού μόνο αυτό εξασφαλίζει την ύπαρξη, και η ορθολογική συνειδητοποίησή του, που μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη των ρόλων, παραλογισμός, αφού ματαιώνει τα επαναλαμβανόμενα στερεότυπα που καθορίζουν την ύπαρξη. Ο άνθρωπος που συνειδητοποιεί το παράλογο, μοιραία οδηγείται σ’ ένα νέο παράλογο, που όμως λειτουργεί αντιστρόφως. Μοιραία, αφήνει κατάπληκτους όλους τους γύρω του. Μοιραία, είναι ο παράλογος άνθρωπος.
Ο παράλογος άνθρωπος, ως απόλυτος γνώστης του εφήμερου, αδυνατεί να δοθεί ολόψυχα σε ρόλους. Ως ένα βαθμό, αδυνατεί να ενταχθεί σε οποιοδήποτε σύνολο. Ζει αποστασιοποιημένα κι αυτό μεταφράζεται ως ψυχρότητα. Η αντίληψη του παραλόγου τον κάνει περισσότερο παρατηρητή παρά συμμετέχοντα. Ως εκ τούτου είναι περισσότερο ανεκτικός. Η οποιαδήποτε σκανδαλώδη συμπεριφορά, μπορεί να συγκλονίσει τα πλήθη, όχι όμως τον παράλογο άνθρωπο, που δεν αποδίδει ποτέ ηθικούς χαρακτηρισμούς. Η ηθική, η προκαθορισμένα ορθή συμπεριφορά, ο καθωσπρεπισμός, οι θρησκείες κτλ δεν είναι παρά ο νέος κύκλος του παραλόγου που θέτει κανόνες ομαδικούς για να προασπίσει δήθεν τη συνύπαρξη, αλλά επί της ουσίας την ύπαρξη, που πρέπει να περιχαρακωθεί απολύτως, προκειμένου να μην καταρρεύσει. Υπό αυτή τη λογική του παραλόγου τα πάντα γίνονται λογικά, αφού τα πάντα μπορούν να νοηματοδοτήσουν, με τρόπο καθαρά τεχνητό, την εξέλιξη της ύπαρξης που μόνο υπηρετώντας ένα νόημα υφίσταται. Ένα νόημα παράλογο από θέση αρχής. Η εξέλιξη της ύπαρξης που έχει παντελώς απομυθοποιήσει κάθε νόημα, δεν είναι παρά ακροβασία. Μια ακροβασία που ο παράλογος άνθρωπος οφείλει να φέρει σε πέρας καθημερινά κι αυτό μονάχα ως απάθεια εκλαμβάνεται.
Sisyphus. Tiziano Vecellio (1548-1549)
Όμως η αποχή του παράλογου ανθρώπου από την ηθική της αιωνιότητας δεν ταυτίζεται με την άρνηση της ζωής. Ο παράλογος άνθρωπος δεν φοβάται το θάνατο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τον επιδιώκει. Αναλαμβάνει ρόλους, χωρίς όμως να νοηματοδοτείται η ύπαρξή του από αυτούς. Η αποστασιοποίηση του δεν λειτουργεί αυτοκαταστροφικά, ούτε καν απαξιωτικά. Αναγνωρίζοντας το παράλογο ως μοναδική κινητήριο δύναμη της ζωής, μαθαίνει να ζει μ’ αυτό, μαθαίνει να ζει σε πείσμα κάθε λογικής που πρέπει να υπερνικήσει. Τελικά βιώνει την απόλυτη επανάσταση, αφού η αντίσταση γίνεται στόχος ζωής, γίνεται δηλαδή ένα άλλο νόημα εξίσου παράλογο, το οποίο όμως υπηρετεί έχοντας απόλυτη γνώση του παραλογισμού του. Η αντίσταση αυτή έχει να κάνει τόσο με το μέτωπο του γενικού παραλογισμού του πλήθους, όσο και με το δικό του εσωτερικό μέτωπο που του καταδεικνύει τον δικό του παραλογισμό. Το δεύτερο μέτωπο, όχι μόνο δεν τον πτοεί, αλλά τελικά ενσταλάζει ένα άλλο, ιδιόμορφο πάθος, το πάθος της υπηρεσίας του παραλόγου, ως αμετακίνητη αλήθεια. Υπό αυτή την έννοια όλοι οι παράλογοι ρόλοι αποκτούν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Γίνονται ιδεολογικοί κόσμοι που κάθε μελετητής του παραλόγου οφείλει να εξερευνήσει. Ο παράλογος άνθρωπος θέλει να είναι ο ηθοποιός που θα βιώσει όλους τους ρόλους εντρυφώντας στα άδυτα του παραλόγου, πράξη ολωσδιόλου παράλογη. Κάπως έτσι γεννιέται η τέχνη του παραλόγου, που δεν έχει άλλο σκοπό από το να αποκωδικοποιήσει το παράλογο δίνοντας του υπόσταση χειροπιαστή, χωρίς όμως να επιχειρήσει να δώσει λύση, αφού είναι απολύτως σαφές ότι λύση δεν υπάρχει. Πέρα από τους καθαυτό διανοούμενους του παραλόγου – Ιονέσκο, Γκόμπροβιτς κτλ – κάθε συγγραφέας εσκεμμένα ή όχι, ασχολείται με το παράλογο, αφού μόνο αυτό μπορεί να ξεγυμνώσει την ύπαρξη. Ο Ντοστογιέφσκι, χωρίς να είναι παράλογος συγγραφέας – για το λόγο ότι προσπαθεί να δώσει λύση στο νόημα της ύπαρξης – ασχολείται σε βάθος με το παράλογο της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε όλα του τα έργα. Ο Κιρίλωφ, ο Ιβάν Καραμάζωφ, ο Μίσκιν, ο Ρασκόλνικωφ, ο Φομά Φόμιτς – με δυο λόγια όλοι οι ντοστογιεφσκικοί χαρακτήρες – δεν είναι παρά οι εκφραστές του οδυνηρού παραλόγου της ύπαρξης και καταρρακώνονται, όπως οφείλουν, από το αφόρητο βάρος του.
Κάπως έτσι φτάνουμε στο Σίσυφο που υποφέρει από το ανεβοκατέβασμα του βράχου αιωνίως. Ο Καμύ στο «Μύθο του Σίσυφου» γράφει: «Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, είναι γιατί ο ήρωάς του έχει συνείδηση…….Ο σύγχρονος εργάτης όλες τις μέρες της ζωής του κάνει την ίδια δουλειά κι αυτή η μοίρα δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά δεν είναι τραγικός παρά στις σπάνιες στιγμές που αποκτά συνείδηση». Όμως, εάν η έλλειψη συνείδησης απαλλάσσει από την τραγικότητα, η συνείδηση είναι η δύναμη που οδηγεί στην απόλυτη ελευθερία, δηλαδή στο ανίκητο. Η τραγικότητα της συνείδησης δεν είναι παρά η οδύνη που προϋποθέτει κάθε ελευθερία. Κι ο Σίσυφος είναι ακριβώς αυτό. Είναι η περηφάνια που κουρελιάζει όλα τα μαρτύρια. Είναι η δύναμη της ύπαρξης που φτάνει στην αθανασία. Είναι ο παράλογος άνθρωπος. 
Ο Καμύ τον παρακολουθεί τη στιγμή που ο βράχος έχει κυλίσει ξανά στην εκκίνηση κι επιστρέφει για να τον ξανασηκώσει. «Όσο διαρκεί αυτή η επιστροφή, αυτή η παύση, ο Σίσυφος μ’ ενδιαφέρει. Ένα πρόσωπο που βασανίζεται τόσο κοντά στις πέτρες είναι ήδη πέτρα. Βλέπω αυτό τον άνθρωπο να ξαναπηγαίνει, βαδίζοντας βαριά μα σταθερά, προς το ατέλειωτο μαρτύριο. Αυτή η ώρα που είναι σα μια αναπνοή και ξανάρχεται το ίδιο σίγουρα με τη δυστυχία του, αυτή η ώρα, είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια απ’ τις στιγμές της, από τότε που αφήνει την κορυφή και κατευθύνεται σιγά – σιγά προς τις τρώγλες των θεών, είναι υπέροχος μέσα στη μοίρα του. Είναι πιο δυνατός από το βράχο του».
____________

Όταν ο Καμύ ξεδίπλωσε τα παιδικά του χρόνια

       ΑΡΘΡΟ        
Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το βιβλίο του Καμύ «Ο πρώτος άνθρωπος» είναι το τελευταίο του έργο. Για την ακρίβεια δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, αφού ο Καμύ σκοτώθηκε στο περιβόητο αυτοκινητιστικό πριν το ολοκληρώσει. Τα χειρόγραφα βρέθηκαν στην τσάντα του τη μοιραία ημέρα: 4 Ιανουαρίου του 1960. Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, χάρη στην επιμονή της γυναίκας του Φρανσίν και της κόρης του Κατρίν, «Ο πρώτος άνθρωπος» δημοσιεύτηκε διατηρώντας όλα τα στοιχεία του ανολοκλήρωτου έργου. Η μοναδική παρέμβαση που υπέστη ήταν κάποια σημεία στίξης που κρίθηκαν απαραίτητα για την κατανόησή του. Πέρα από το κείμενο έχουν προσαρτηθεί, με τη μορφή των παραρτημάτων, όλες οι σημειώσεις, οι προβληματισμοί και τα σχέδια του Καμύ για την ολοκλήρωσή του. Πρόκειται δηλαδή για μια έκδοση, θα λέγαμε, οικογενειακή που σεβάστηκε τον Καμύ στο έπακρο, αφού δεν αλλοίωσε το έργο ούτε στο ελάχιστο. Κι ενώ όλα αυτά ξεκαθαρίζονται από την αρχή προκαταλαμβάνοντας τον αναγνώστη, που περιμένει περισσότερο ένα προσχέδιο παρά ένα κείμενο, όταν ξεκινά η ανάγνωση ξεχνιούνται αμέσως, αφού η πληρότητα του κειμένου το κάνει να κυλά τόσο φυσικά, που κάθε υποψία πειραματισμού στην έκδοση καταρρίπτεται. Μόνο οι διαρκείς υποσημειώσεις το υπενθυμίζουν, οι οποίες, σε τελική ανάλυση, δεν παίζουν κανένα ρόλο στο έργο.
Ο Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, προφέρεται: [albɛʁ kamy], 7 Νοεμβρίου 1913 - 4 Ιανουαρίου 1960) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας, ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), για το οποίο δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής και ηθοποιός.
Ο Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, 7 Νοεμβρίου 1913 – 4 Ιανουαρίου 1960) ήταν Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας, ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), για το οποίο δούλεψε ως σκηνοθέτης, διασκευαστής και ηθοποιός.
«Ο πρώτος άνθρωπος» δεν είναι παρά η εξιστόρηση των παιδικών χρόνων του Καμύ στο Αλγέρι. Κινείται δηλαδή στα επίπεδα της καθαρής αυτοβιογραφίας με απλότητα αφοπλιστική και περιγραφές τόσο λιτές, τόσο οικεία ξεκάθαρες που δεν θυμίζει σε τίποτα την πολυπλοκότητα του υπόλοιπου έργου του, που περισσότερο σχηματοποιεί ιδέες παρά αφηγείται. Παρακολουθούμε με δυο λόγια έναν άλλο Καμύ, τον Καμύ της καθημερινής απλότητας, τον Καμύ που δεν αναζητά φιλοσοφικές αλήθειες πίσω από δοκιμιακές κατασκευές, τον Καμύ των πρώτων χρόνων, τον πρωτόπλαστο. Τον Καμύ που όντας ορφανός – ο πατέρας του πέθανε στον Ά παγκόσμιο – μεγάλωσε με τη μάνα του, τη γιαγιά του κι το θείο Ερνέστ, που ήταν τελείως κουφός και δούλευε στο βαρελάδικο. Τον Καμύ που τον ξυλοφόρτωνε η γιαγιά όταν δεν ξάπλωνε το μεσημέρι. Που έπαιζε ποδόσφαιρο και φοβόταν μην λιώσει τα παπούτσια γιατί δεν υπήρχαν λεφτά για καινούργια. Που η γιαγιά του περνούσε καρφιά κάτω από τα παπούτσια για να προστατέψει τις σόλες. Που έπρεπε να ισορροπεί πάνω στα καρφιά για να κλωτσήσει την μπάλα. Που το φάγωμα των καρφιών ή το σκίσιμο των παπουτσιών ήταν ο μεγαλύτερος εφιάλτης. Τον Καμύ που είπε ψέματα στη γιαγιά ότι το δίφραγκο από τα ρέστα του έπεσε στην τουαλέτα. Τον Καμύ που είδε τη γιαγιά να βάζει όλο το χέρι της, μέχρι το μπράτσο, μες τη λεκάνη και να ψαχουλεύει τ’ απόνερα για να το βρει. Όταν μετά τη μάταιη διαδικασία η γιαγιά έπλενε τα χέρια της ο μικρός Καμύ κατάλαβε τι ακριβώς είναι η φτώχεια.
Η φτώχεια είναι ο βασικότερος άξονας του βιβλίου, αφού όλα περιστρέφονται γύρω από αυτήν. Η μάνα του ξενόπλενε σχεδόν μέχρι τη νύχτα και τα βράδια κοιτούσε βουβή έξω από το παράθυρο. Η περιγραφή του σπιτιού, της γειτονιάς, του καυτού ήλιου, του θείου που δούλευε σαν σκύλος στο βαρελάδικο, της γιαγιάς που είχε το γενικό κουμάντο, έχουν πάντα τον ίδιο κεντρικό άξονα, τη φτώχεια. Ο Καμύ σχεδόν ποτέ δεν είχε λεφτά για παιδικές λιχουδιές, σχεδόν ποτέ δεν μπορούσε να αγοράσει δικά του βιβλία. Δεν είχε καν το δικό του κρεβάτι, αφού μοιραζότανε το ίδιο με τον αδερφό του και δούλευε σκληρά τα καλοκαίρια που έκλεινε το λύκειο για να προσφέρει στον οικογενειακό κορβανά. Και – σαν μαγική εικόνα – διαμορφώνεται το αντιφατικό δίπολο που από τη μια φέρει την αποκρουστική όψη της ανέχειας κι από την άλλη την πρωτόγονη περηφάνια των φτωχών που μετρούσαν την προσωπική τους αξιοπρέπεια ίσως περισσότερο κι από τη ζωή τους. Η γιαγιά δεν υπήρχε περίπτωση να ζητήσει βοήθεια από κανένα, ακόμη κι αν στερούτανε το καθημερινό φαγητό. Δεν υπήρχε περίπτωση να παραπονεθεί ποτέ και για τίποτα. Δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει το μικρό Καμύ να πάει στο σχολείο με σκισμένα ή βρώμικα ρούχα. Η ανέχεια ξεδιπλώνεται ως κάτι τόσο φυσικό που φτάνει στο αναπόδραστο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη επανάσταση από  την αποδοχή και την αντιμετώπιση της μοίρας. Είναι η συνείδηση του μαρτυρίου. Είναι η πεποίθηση ότι ο Σίσυφος οφείλει να φανεί πιο δυνατός από το βράχο του. Το οικογενειακό περιβάλλον του Καμύ περιέχει τα πρώτα ψήγματα της σκέψης του τόσο στο «Μύθο του Σίσυφου» όσο στον «Ξένο» και στην «Πανούκλα». Ο «Ξένος» αποδέχεται κάθε μοίρα με τη στωική σοφία του παραλόγου. Αντιλαμβάνεται την δίχως συναίσθημα προσαρμογή ως κάτι απολύτως φυσιολογικό, που δεν καταποντίζει τα συναισθήματα, αλλά τρέφεται από αυτά, αναδεικνύοντας – σε απόλυτη αντιστροφή – μια άλλη ουσία, την ουσία της προσωπικής αξιοπρέπειας που οφείλει να παραμείνει όρθια μπροστά σε κάθε θλίψη, γιατί μόνο αυτή θα εξασφαλίσει την ακεραιότητα της ύπαρξης, δηλαδή την ευτυχία. Ακριβώς τα ίδια κάνει κι ο γιατρός Ριε στην «Πανούκλα» που υπομένει όλες τις αγωνίες και μάχεται κουβαλώντας το δικό του βράχο μέχρις εσχάτων, σχηματοποιώντας την εξέγερση του ανθρώπου απέναντι στην τάξη του κόσμου. Όλοι αυτοί δεν είναι παρά η γιαγιά του Καμύ που βάζει το χέρι μέσα στο βόθρο για ένα δίφραγκο. Που μετά πλένει τα χέρια της αδιαμαρτύρητα και συνεχίζει τις δουλειές της. Που, μετά την παρέμβαση του δασκάλου, αποφασίζει να στείλει τον Καμύ στο λύκειο κι ας υπολόγιζε τα μεροκάματά του. Δεν είναι παρά η μάνα του Καμύ που δουλεύει νύχτα – μέρα και κοιτάζει βουβή έξω από το παράθυρο ή ο θείος Ερνέστ που έχει για σύντροφο το σκύλο και που έτρεξε μέχρι να του κοπεί η ανάσα κουβαλώντας τον μικρό Καμύ στο γιατρό, όταν σχεδόν του έλιωσε το δάχτυλό το παιχνίδι με τα βαρέλια. Σε τελική ανάλυση, δεν είναι παρά ο ίδιος ο Καμύ, που μαθαίνει ότι τίποτε δεν έχει σημασία μπροστά στην αξιοπρέπεια που εκδηλώνεται χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς χειροκροτήματα. Που παλεύει με το συμμαθητή του όταν τον προσβάλλουν και τον γρονθοκοπεί ξεπερνώντας όλους τους φόβους, που καταπίνει τα δάκρυά όταν τρώει ξύλο από το δάσκαλο και που τελικά βρίσκει το θάρρος να αντισταθεί στο βούρδουλα της γιαγιάς.
Και κάπως έτσι συντελείται το θαύμα, που αντιστρέφει κάθε θλίψη και μας φέρνει μπροστά σε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, που ο Καμύ τα περιγράφει με τρομερή νοσταλγία. Οι στερήσεις, το αγράμματο οικογενειακό περιβάλλον και οι σκληροί νόμοι σηματοδοτούν έναν κόσμο πρωτοφανούς ειλικρίνειας και απόλυτης προσωπικής ευθύτητας, που δεν ξεδιπλώνει απλώς την ντομπροσύνη των φτωχών, αλλά την ίδια τη θυσία, δηλαδή την υπέρτατη αγάπη. Η χαρά, όπως όλα, στηριζόταν στους αυτονόητους νόμους της απλότητας και ήταν απολύτως χειροπιαστή, απαλλαγμένη από κάθε περιττό βάρος. Το κολύμπι και το κυνήγι με το θείο Ερνέστ ήταν γιορτή ανείπωτης ευτυχίας, όπως τα καθημερινά παιχνίδια στη γειτονιά κι ο κινηματογράφος κι αργότερα η δανειστική βιβλιοθήκη που έκανε τον Καμύ να παίρνει τα βιβλία δύο – δύο. Παρά τη δόξα και την οικονομική επιφάνεια του Παρισιού δεν έκρυψε ποτέ την ανακούφισή του κάθε φορά που ταξίδευε στο Αλγέρι.
Οι σελίδες που περιγράφει το δημοτικό σχολείο και τις σχέσεις του με το δάσκαλο Μπερνάρ, είναι συγκινητικές. Ο δάσκαλος, απόλυτος άρχοντας της τάξης, διάβαζε στα παιδιά μυθιστορήματα συγκλονίζοντας το μικρό Καμύ. Έκανε συζητήσεις, αποδεχόταν απόψεις και παρουσίαζε τα μαθήματα με έναν τρόπο που τουλάχιστον ο Καμύ γοητευόταν απολύτως. Σε περίπτωση απειθαρχίας ξυλοφόρτωνε τους μαθητές μ’ ένα οδυνηρό τελετουργικό, που ούτε ο Καμύ, αν και άριστος μαθητής, κατάφερε να αποφύγει. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που έκανε ειδικά μαθήματα – εννοείται χωρίς χρήματα – για να πετύχει ο Καμύ στις εισαγωγικές εξετάσεις για το λύκειο κι είναι αυτός που έπεισε τη γιαγιά να αντέξει την οικονομική θυσία και να τον στείλει. Ουσιαστικά είναι αυτός που μεσολάβησε για να ξεφύγει ο Καμύ από την προδιαγεγραμμένη μοίρα των φτωχών. Ο σεβασμός και η ευγνωμοσύνη του Καμύ απέναντι στον πρώτο δάσκαλο είναι έκδηλα σε όλες τις σελίδες. Η στιγμή που ο δάσκαλος αποχωρεί, μετά τη θριαμβευτή επιστροφή από τις εξετάσεις κι ανακοινώνει στη γιαγιά την επιτυχία, συνοψίζει όλο το μεγαλείο της ανθρωπιάς και της περηφάνιας που γεννιέται μέσα στη φτώχεια. «Έφυγε κι ο Ζακ έτρεξε στο παράθυρο κοιτάζοντας το δάσκαλό του που τον χαιρετούσε για τελευταία φορά και που από δω και πέρα τον άφηνε μόνο του και, αντί για τη χαρά της επιτυχίας, ένας αβάσταχτος πόνος παιδιού του τρυπούσε την καρδιά, σαν να ήξερε εκ των προτέρων πως μ’ αυτή την επιτυχία ξεριζωνόταν απ’ τον αθώο και ζεστό κόσμο των φτωχών, κόσμο κλεισμένο στον εαυτό του σαν νησί μέσα στην κοινωνία……….για να ριχτεί σ’ ένα κόσμο άγνωστο που δεν ήταν πια δικός του…….».  Κι αυτός ακριβώς είναι «ο πρώτος άνθρωπος». Η πρωτόλεια διαμόρφωση του Καμύ των παιδικών χρόνων, που εγκυμονεί τις βαθύτερες φιλοσοφικές του ιδέες. Γιατί ο φιλόσοφος Καμύ είναι συνυφασμένος με το παιδί απ’ το Αλγέρι. Γιατί κάθε άνθρωπος είναι ο καθρέφτης των παιδικών του χρόνων. Γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι «πρώτοι άνθρωποι».
________

Γράμματα του Αλμπέρ Καμύ σ’ έναν φίλο Γερμανό

Τα Γράμματα σ’ έναν φίλο Γερμανό δεν είναι επιστολές που απευθύνονται σε κάποιον συγκεκριμένο Γερμανό φίλο του Καμύ, αλλά ενός τύπου δοκίμια που κυκλοφόρησαν παράνομα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Γαλλίας, και ενώ ο Καμύ είχε πάρει μέρος στο κίνημα της Αντίστασης «Αγώνας». Δεδομένου λοιπόν πως είναι γραμμένα εν μέσω μιας εχθρικής διαμάχης, έχουν δικαιολογημένα επιθετικό τόνο. Όπως γράφει ο ίδιος όταν τα προλογίζει σε μια έκδοση του 1960 (ResistanceRebellion and Death), αν έγραφε για την ηττημένη Γερμανία, «ένας αρκετά διαφορετικός τόνος θα ήταν ταιριαστός». Και θέλοντας να προλάβει μία παρανόηση, γράφει για τον εαυτό του: «όταν ο συγγραφέας αυτών των γραμμάτων λέει "εσείς", δεν εννοεί ‘εσείς οι Γερμανοί’ αλλά ‘εσείς οι Ναζί’. Όταν λέει ‘εμείς’, αυτό δε σημαίνει πάντα ‘εμείς οι Γάλλοι’ άλλα μερικές φορές ‘εμείς οι ελεύθεροι Ευρωπαίοι’.»
Τα παρακάτω είναι αποσπάσματα από το πρώτο και το τέταρτο γράμμα, όπως περιλαμβάνονται στην έκδοση του Καστανιώτη Σκέψεις για την τρομοκρατία. Πρόκειται για μια συλλογή από το έργο του Καμύ, με κοινό θέμα την τρομοκρατία –μπορείτε να δείτε τα περιεχόμενα του βιβλίου στο τέλος.
ΓΡΑΜΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑ ΓΕΡΜΑΝΟ ΦΙΛΟ
(Αποσπάσματα)
«Είμαστε σε συνεχή πειρασμό να σας μοιάζουμε»
ΠΡΩΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
[…]
Θέλω να σας πω αμέσως ποιο είδος μεγαλείου μάς βοηθά να προχωράμε, για να σας τονίσω ποιο είναι το κουράγιο που χειροκροτούμε και που σας λείπει. Γιατί είναι εύκολο να τρέχεις στη φωτιά όταν προετοιμάζεσαι γι’ αυτό από πάντα, κι όταν το τρέξιμο είναι για σένα πιο φυσικό κι απ’ τη σκέψη. Αντίθετα, είναι δύσκολο να προχωράς προς τα βασανιστήρια και το θάνατο όταν γνωρίζεις με βεβαιότητα πως το μίσος και η βία είναι από τη φύση τους μάταια πράγματα. Είναι σπουδαίο να πολεμάς περιφρονώντας τον πόλεμο, να δέχεσαι να χάσεις τα πάντα εκτός απ’ τη γεύση της ευτυχίας, να τρέχεις στην καταστροφή με την προσδοκία ενός ανώτερου πολιτισμού. Ως προς αυτό κάνουμε πολύ περισσότερα από σας, γιατί πρέπει να διατηρούμε τον έλεγχο των πράξεων και των αντιδράσεών μας. Εσείς δεν είχατε τίποτα να νικήσετε μέσα στην καρδιά σας, ούτε μέσα στο μυαλό σας. Εμείς είχαμε δυο εχθρούς και δεν μας αρκούσε να θριαμβεύσουμε με τα όπλα, όπως εσείς, που δεν είχατε τίποτα να δαμάσετε.
Είχαμε πολλά να δαμάσουμε, και πρώτα απ’ όλα τον συνεχή πειρασμό να σας μοιάζουμε. Γιατί πάντα υπάρχει μέσα μας κάτι που παρασύρεται από το ένστικτο, περιφρονεί το πνεύμα, θαυμάζει την αποτελεσματικότητα. Οι μεγάλες μας αρετές τελικά μας κουράζουν. Ντρεπόμαστε για το πνεύμα και φανταζόμαστε πού και πού κάποια καλόδεχτη βαρβαρότητα όπου η αλήθεια θα ήταν ακόπιαστη. Μα σ’ αυτό το σημείο η γιατρειά είναι εύκολη: είσαστε εδώ, μας δείχνετε τι σημαίνει φαντασία κι εμείς συνερχόμαστε.
[…]
Δεν πίστεψα ποτέ στη δύναμη της αλήθειας που βγαίνει απ’ την ίδια την αλήθεια. Μα είναι ήδη πολύ να ξέρουμε πως, με ίση ενέργεια, η αλήθεια νικά το ψέμα. Κι εμείς την πετύχαμε τούτη τη δύσκολη ισορροπία. Έτσι, στηριγμένοι σ’ αυτή τη λεπτή διαφορά, αγωνιζόμαστε σήμερα. Και θα επιχειρούσα να σας πω ότι πολεμάμε ακριβώς για διαφορές, αλλά για διαφορές σημαντικές όσο κι ο άνθρωπος. Αγωνιζόμαστε για τη λεπτή διαφορά ανάμεσα στη θυσία και το μυστικισμό, στη δράση και τη βία, στη δύναμη και την ωμότητα, για κείνη την ανεπαίσθητη διαφορά ανάμεσα στο ψεύτικο και το αληθινό, στον άνθρωπο που προσδοκούμε και τους δειλούς θεούς που λατρεύετε.
[…]
«να καταστρέφουμε τη δύναμή σας
δίχως ν’ ακρωτηριάσουμε την ψυχή σας»
ΤΕΤΑΡΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
[…]
Διάλεξα, αντίθετα, τη δικαιοσύνη, για να παραμείνω πιστός στη γη. Εξακολουθώ να πιστεύω πως αυτός ο κόσμος δεν έχει ανώτερο νόημα. Γνωρίζω όμως πως κάτι σ’ αυτόν έχει νόημα, κι αυτό είναι ο άνθρωπος, γιατί είναι το μόνο πλάσμα που απαιτεί να έχει νόημα. Τούτος ο κόσμος κατέχει τουλάχιστον την αλήθεια του ανθρώπου, και καθήκον μας είναι να τον δικαιώσουμε ενάντια στο ίδιο του το πεπρωμένο. Κι η μοναδική αιτία δικαίωσής του είναι ο άνθρωπος, κι αυτόν πρέπει να σώσουμε αν θέλουμε να διασώσουμε την ιδέα που έχουμε διαμορφώσει για τη ζωή. Το μειδίαμα και η υπεροψία σας θα μου πουν: τι σημαίνει να σώσουμε τον άνθρωπο; Μα, σας το φωνάζω με όλο μου το είναι, σημαίνει να μην τον ακρωτηριάσουμε και να βοηθήσουμε τη δικαιοσύνη -που μόνο ο άνθρωπος είναι ικανός να συλλάβει- να επιτύχει τους σκοπούς της.
Να γιατί αγωνιζόμαστε. Να γιατί χρειάστηκε, αρχικά, να σας ακολουθήσουμε σ’ ένα δρόμο που δεν θέλαμε και που στο τέρμα του συναντήσαμε, τελικά, την ήττα. Διότι η δύναμή σας βρισκόταν στην απελπισία σας. Από τη στιγμή που είναι μόνη, πραγματική, σίγουρη για τον εαυτό της, αδυσώπητη στις συνέπειές της, η απελπισία έχει μια ανελέητη ισχύ. Εκείνη μάς συνέτριψε όσο διστάζαμε κι είχαμε ακόμα στα μάτια μας ευτυχισμένες εικόνες. Σκεφτόμασταν πως η ευτυχία είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση που κερδίζουμε ενάντια στο πεπρωμένο που μας επιβλήθηκε. Ακόμα και στην ήττα, αυτή η νοσταλγία δεν μας εγκατέλειπε.
Αλλά κάνατε ό,τι χρειαζόταν, μπήκαμε στην ιστορία. Και για πέντε χρόνια ήταν αδύνατο ν’ απολαύσουμε το τιτίβισμα των πουλιών στη βραδινή δροσιά. Αναγκαστικά, γευτήκαμε την απελπισία. Αποκοπήκαμε απ’ τον κόσμο, γιατί κάθε στιγμή του κόσμου έσερνε μαζί της μια πληθώρα φονικών εικόνων. Εδώ και πέντε χρόνια δεν υπάρχει πια πάνω σ’ αυτή τη γη πρωινό δίχως ψυχορραγήματα, βράδυ χωρίς φυλακές, μεσημέρι χωρίς σφαγές. Μάλιστα, αναγκαστήκαμε να σας ακολουθήσουμε. Μα το δύσκολο κατόρθωμα για μας ήταν να σας ακολουθήσουμε στον πόλεμο, χωρίς να ξεχνάμε την ευτυχία. Και μέσα απ’ τα ουρλιαχτά και τη βία, πασχίζαμε να φυλάξουμε στην καρδιά μας τη θύμηση μιας ευτυχισμένης θάλασσας, ενός αξέχαστου για πάντα λόφου, το χαμόγελο ενός αγαπημένου προσώπου. Κι αυτό ήταν το καλύτερο όπλο μας, αυτό που δεν θα παραδώσουμε ποτέ. Γιατί, τη μέρα που θα το χάναμε, θα πεθαίναμε κι εμείς, όπως κι εσείς. Απλώς, τώρα ξέρουμε ότι τα όπλα της ευτυχίας απαιτούν, για να σφυρηλατηθούν, πολύ χρόνο και πολύ αίμα.
Χρειάστηκε να μπούμε στη φιλοσοφία σας, να δεχτούμε να σας μοιάσουμε λίγο. Διαλέξατε τον ηρωισμό δίχως συγκεκριμένο προορισμό, διότι είναι η μόνη αξία που απομένει σ’ έναν κόσμο που έχασε το νόημά του. Και, διαλέγοντάς τον για σας, τον διαλέξατε για όλους και για μας. Αναγκαστήκαμε να σας μιμηθούμε για να μην πεθάνουμε. Αντιληφθήκαμε όμως πως η υπεροχή μας απέναντί σας ήταν ότι είχαμε έναν προορισμό. Τώρα που τελειώνουν όλ’ αυτά, μπορούμε να σας πούμε κάτι που μάθαμε: ο ηρωισμός δεν είναι σπουδαίο πράγμα, η ευτυχία είναι πιο δύσκολη.
Τώρα όλα είναι ξεκάθαρα για σας, ξέρετε ότι είμαστε εχθροί. Αντιπροσωπεύετε τον άνθρωπο της αδικίας, και δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο που ν’ απεχθάνεται περισσότερο η καρδιά μου. Γνωρίζω πια τους λόγους που με κάνουν να νιώθω αυτό το παθιασμένο αίσθημα της απέχθειας. Σας πολεμώ επειδή η λογική σας είναι εγκληματική σαν την καρδιά σας. Κι από τη φρίκη που μας προσφέρατε αφειδώς για τέσσερα χρόνια, η λογική σας έχει το ίδιο μερτικό με το ένστικτό σας. Γι’ αυτό η καταδίκη μου θα είναι ολοκληρωτική: για μένα, είστε κιόλας νεκρός. Αλλά τη στιγμή που θα κρίνω την αποτρόπαια διαγωγή σας, θα θυμηθώ ότι εσείς κι εμείς ξεκινήσαμε από την ίδια μοναξιά, ότι εσείς κι εμείς βρισκόμαστε μαζί με όλη την Ευρώπη στην ίδια τραγωδία του πνεύματος. Και παρά το φέρσιμό σας, θα συνεχίσου να σας αποκαλώ ανθρώπους. Για να είμαστε εντάξει με τα πιστεύω μας, αναγκαζόμαστε να σεβαστούμε σ’ εσάς ό,τι εσείς δεν σέβεστε στους άλλους. Για πολύ καιρό, αυτό υπήρξε το τεράστιο πλεονέκτημά σας, εφόσον σκοτώνετε πιο εύκολα από μας. Κι αυτό θα είναι, για πάντα, το κέρδος όσων σας μοιάζουν. Αλλά για πάντα, εμείς, που δεν σας μοιάζουμε, θα πρέπει να δίνουμε μαρτυρία ώστε ο άνθρωπος, παρά τα χειρότερα λάθη του, να δικαιώνεται και ν’ αθωώνεται.
Να λοιπόν γιατί, στο τέλος αυτού του αγώνα, από την καρδιά αυτής της πόλης που απέκτησε πρόσωπο κόλασης, παρά τα βασανιστήρια που επιβάλλονται στους δικούς μας, παρά τους παραμορφωμένους νεκρούς μας και τα ορφανεμένα χωριά μας, μπορώ να σας πω ότι, την ίδια στιγμή που θα σας τσακίζουμε δίχως έλεος, δεν θα νιώθουμε, παραδόξως, κανένα μίσος για σας. Κι αν αύριο θα ’πρεπε να πεθάνουμε, όπως τόσοι άλλοι, πάλι δεν θα νιώθαμε μίσος. Είναι αδύνατο να σας βεβαιώσουμε πως δεν φοβόμαστε, θα προσπαθούσαμε μόνο να είμαστε λογικοί. Μπορούμε ωστόσο να βεβαιώσουμε ότι δεν μισούμε τίποτα. Κι όσο για το μόνο πράγμα που θα μπορούσα να μισήσω στον κόσμο σήμερα, σας επαναλαμβάνω πως είμαστε εντάξει απέναντί του κι ότι θέλουμε να καταστρέψουμε τη δύναμή σας δίχως ν’ ακρωτηριάσουμε την ψυχή σας.
Βλέπετε πως διατηρείτε πάντα το πλεονέκτημα που είχατε απέναντι μας. Αλλά αυτό το ίδιο συνιστά και τη δική μας υπεροχή. Και χάρη σ’ αυτήν, τώρα, η νύχτα μού είναι πιο ανάλαφρη. Να λοιπόν η δύναμή μας: να σκεφτόμαστε όπως κι εσείς πάνω στα άδυτα του κόσμου, να μην αρνιόμαστε τίποτα από το δράμα μας, μα έχοντας συνάμα περισώσει την ιδέα του ανθρώπου, μετά απ’ αυτή την πανωλεθρία της νοημοσύνης, ν’ αντλούμε το αστείρευτο κουράγιο για αναγέννηση. Βέβαια, η μομφή που απευθύνουμε ενάντια στον κόσμο είναι πάντα βαριά.
Πληρώσαμε πολύ ακριβά αυτή την καινούργια γνώση ώστε η μοίρα μας να πάψει να μας φαίνεται απελπιστική. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι δολοφονημένοι την αυγή, φρικτοί τοίχοι φυλακών, μια Ευρώπη που η γη της καπνίζει από τα εκατομμύρια πτώματα των παιδιών της, πληρώσαμε όλ’ αυτά για δυο τρεις διαφορές που ίσως να βοηθήσουν μερικούς από μας να πεθάνουν καλύτερα. Ναι, αυτό είναι απελπιστικό. Πρέπει ν’ αποδείξουμε πως δεν αξίζουμε τόση αδικία. Είναι το έργο που αναλάβαμε, αρχίζει αύριο. Σε τούτη τη νύχτα της Ευρώπης, γεμάτη καλοκαιριάτικες πνοές, εκατομμύρια άνθρωποι, οπλισμένοι ή άοπλοι, ετοιμάζονται για τον αγώνα. Θ’ ανατείλει η αυγή όπου επιτέλους θα νικηθείτε. Ξέρω πως ο ουρανός που στάθηκε αδιάφορος στις απαίσιες νίκες σας θα παραμείνει απαράλλαχτος και στη δίκαιη ήττα σας. Ακόμα και σήμερα, δεν περιμένω τίποτα απ’ αυτόν. Τουλάχιστον, όμως, θα έχουμε συμβάλει στη διάσωση της ανθρώπινης ύπαρξης από τη μοναξιά όπου θέλατε να τη ρίξετε. Επειδή περιφρονήσατε την πίστη στον άνθρωπο, ήρθε τώρα η σειρά σας να πεθάνετε σωρηδόν, μόνοι κι εγκαταλειμμένοι. Τώρα, μπορώ να σας πω αντίο.
Ιούλιος 1944

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Αλμπέρ Καμύ: Ο καλλιτέχνης και η εποχή του - Oμιλίες στη Σουηδία

  ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ / ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ  


"Ο καλλιτέχνης και η εποχή του"
Oμιλίες στη Σουηδία
Αλμπέρ Καμύ

Εισαγωγή-Σημειώσεις
-Μετάφραση επίμετρου-
Γλωσσική επιμέλεια: Αντιγόνη Βλαβιανού
Μετάφραση: Παράσχος Λιαδής, Κώστας Παπαλιάς,
Λιάνα Σαλούφα, Μαρία Σιχάντε, Τάνια Στρατάκου
~~~~
Στο εξώφυλλο φωτογραφία του Καμύ από την συλλογή των Κατρίν και Ζαν Καμύ


Ενώ μαίνεται ακόμα ο πόλεμος στην Αλγερία, ο Αλμπέρ Καμύ, στην «Ομιλία στη Σουηδία» (10 Δεκεμβρίου 1957), γυμνός μπρος στους προβολείς της αιφνίδιας δημοσιότητας που του χαρίζει το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, στρέφεται προς την τέχνη του και καταθέτει «τη διπλή υποχρέωση που προσδίδει αξία στο έργο του: να ταχθεί στην υπηρεσία της αλήθειας και της ελευθερίας». 
Έχοντας συνείδηση ότι ανήκει σε μια γενιά που δεν έχει προορισμό να ξαναφτιάξει τον κόσμο αλλά «να τον εμποδίσει να χαλάσει» μπρος στην καταστροφική πορεία της Ιστορίας, θα αναρωτηθεί τέσσερις μέρες μετά, στη «Διάλεξή» του στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα, κατά πόσον η τέχνη αποτελεί «απατηλή πολυτέλεια» και θα απαντήσει: «[…] Κάθε καλλιτέχνης ναυτολογείται στη γαλέρα της εποχής του. […] Δημιουργώ, στις μέρες μας, σημαίνει δημιουργώ επικινδύνως. […] 
Το ζητούμενο είναι να μάθουμε πώς μπορεί να παραμείνει εφικτή η αλλόκοτη ελευθερία της δημιουργίας εν μέσω της αστυνόμευσης τόσων ιδεολογιών (πόσες θρησκείες, πόση μοναξιά!)».

Powered by Publish for Free

Βιογραφικά στοιχεία Αλμπέρ Καμύ

O Aλμπέρ Kαμύ γεννήθηκε το 1913 στο Μοντοβί της Αλγερίας από Γάλλους γονείς. Ζει τα παιδικά του χρόνια μέσα στην απόλυτη φτώχια, με τον πατέρα του νεκρό στον πόλεμο και τη μητέρα του να ξενοδουλεύει. Τελειώνει το λύκειο με υποτροφία και συνεχίζει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Αλγερίου. Το 1934 γίνεται μέλος του Κομουνιστικού Κόμματος αλλά διαγράφεται ένα χρόνο μετά. Το 1937 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Η καλή και η ανάποδη. Το 1940 με τη δεύτερη γυναίκα του αποφασίζουν να ζήσουν στο Παρίσι. Δυο χρόνια αργότερα εκδίδεται Ο ξένος. Μετά το τέλος του πολέμου αρχίζει να ταξιδεύει: ΗΠΑ, Λατινική Αμερική, Ιταλία, Ελλάδα (1955). Δίνει μάχες για να τελειώσει ο πόλεμος της Αλγερίας, ενώ εκδίδονται το ένα μετά το άλλο τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά έργα που τον κάνουν διάσημο σε όλο τον κόσμο. Το 1957 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Ακόμα και ο πρώην φίλος του, αλλά πλέον αντίπαλός του σε ιδεολογικά ζητήματα, Σαρτρ, θα παραδεχτεί ότι «κανένας δεν χάρισε στον Καμύ το Νόμπελ». Το 1960 ο Καμύ θα σκοτωθεί μαζί με το φίλο και εκδότη του Μισέλ Γκαλιμάρ σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Στην τσάντα του είχε έτοιμα τα χειρόγραφα του έργου του Ο πρώτος άνθρωπος.

Βιβλιογραφία
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:
Γάμοι, 2008
Βραβεία
1957 ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

περισσότερα δείτε στο:


Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Αλμπέρ Καμύ: Ένας Επαναστατημένος Άνθρωπος

ΚΕΙΜΕΝΑ



«…να αξιωθούμε μια μέρα να ζήσουμε σαν ελεύθεροι άνθρωποι, δηλαδή σαν άνθρωποι που αρνιούνται να ασκήσουν καθώς και να υποστούν τη φρίκη.»
Αλμπέρ Καμύ
~~~~~~~~~~~~~~~~~ 

Φανταστείτε τρεις ανθρώπους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.


Ο πρώτος είναι ένας ξερακιανός γέρος που κοιτάει κατάματα τις προτεταμένες κάνες και φωνάζει: «Δεν σας φοβάμαι!»

Ο δεύτερος μοιάζει με λεμούριο. Με τα γουρλωμένα του μάτια αντικρίζει τα όπλα με τρόμο και προσμονή.
Ο τρίτος θα μπορούσε να είναι ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ.
Γνωρίζει ότι τον σημαδεύουν και ότι από στιγμή σε στιγμή θα ακουστεί το πρόσταγμα. Αλλά έχει γυρισμένο το κεφάλι από την άλλη, καπνίζει και παρατηρεί τις τολύπες του καπνού, πως στροβιλίζονται χαοτικά πριν εκμηδενιστούν.
~
Αυτοί ήταν οι τρεις λογοτέχνες της πρώτης μου νεότητας.
Πρώτος ο Καζαντζάκης, που στοίχειωσε το νου πολλών εφήβων με εκείνα τα «φτάσε όπου δεν μπορείς» και «παρατέντωσε με, κι ας σπάσω». Τα βιβλία του λιονταρίσια τροφή, όπως του Νίτσε. Ο άνθρωπος που κοιτούσε το κενό κατάματα χωρίς να φοβάται και χωρίς να ελπίζει.
Τον δεύτερο μου τον σύστησε μια καθηγήτρια. «Έχεις διαβάσει Κάφκα;» με ρώτησε. Όταν της είπα ότι τον είχα μόνο ακουστά μου έδωσε χαμογελώντας τη «Δίκη». Γρήγορα κατάλαβα γιατί χαμογελούσε.

Βιβλία που έμοιαζαν να έχουν γραφτεί ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση, εφιαλτικά σχεδόν, αλλά χωρίς να θέλεις να ξυπνήσεις. Κάποιες σκηνές από το ημιτελές «Αμερική» δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ αν τις διάβασα ή αν τις ονειρεύτηκα.
Θαρραλέος κι αυτός μπροστά στο θάνατο και στη ζωή, αλλά με έναν δικό του τρόπο, κάτι σαν ψυχοπαθής κλόουν, που σε πετσοκόβει με μια ματσέτα ενώ γελάει –και πίσω ακούγεται μουσική τσίρκου.
Και μετά ήρθε ο Καμύ.
Ολιγόλογος, αλλά καίριος. Στοχαστικός, αλλά και παθιασμένος. Αρρενωπός, αλλά όχι χυδαίος.Και μόνος.

~

Πολλοί νομίζουν ότι ο Καμύ άνηκε στην κυρίαρχη λογοτεχνική/φιλοσοφική κλίκα της μεταπολεμικής Ευρώπης, τον υπαρξισμό. Αυτό είναι λάθος. Ο Καμύ εξαρχής βρέθηκε αντιμέτωπος με τους υπαρξιστές και ήρθε σε σύγκρουση με τον πάπα τους, τον Ζαν-Πολ Σαρτρ και την πάπισσα τους, την Μπωβουάρ.
Όπως ήρθε σε σύγκρουση και με τους κομμουνιστές (μια εποχή που δεν επιτρεπόταν να είσαι διανοούμενος και να μην είσαι μαρξιστής), με τους φασίστες, με τους ναζί, με τους κληρικούς, με τους σουρεαλιστές, με τους αποικιοκράτες Γάλλους και με τους φονταμενταλιστές Αλγερινούς.
«Κάθε ιδεολογία», έγραφε στον Επαναστατημένο Άνθρωπο, «αρνιέται όλες τις άλλες, υποχρεωτικά ξεπλανευτικές. Τότε είναι που αρχίζουμε να σκοτώνουμε.»
Και αλλού:
«Δεν έμαθα την ελευθερία από τον Μαρξ, την έμαθα στην αθλιότητα.»
~
Οι γονείς του Αλμπέρ αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν από την Αλσατία στην Αλγερία για να γλιτώσουν από το φάσμα της πείνας. Αλλά κι εκεί δεν τα κατάφεραν καλύτερα.
Ο πατέρας του, έξι μήνες μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού του, σκοτώθηκε στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Κατερίνα Καμύ μετακόμισε στο Αλγέρι, στη συνοικία των άπορων, το Μπελκούρ, όπου ζούσαν Άραβες, Εβραίοι, Ισπανοί, Μαλτέζοι, Ιταλοί, Έλληνες και Γάλλοι. Καθάριζε σπίτια και έκανε ότι άλλη δουλειά μπορούσε να βρει για να επιβιώσουν, αλλά ήταν φιλάσθενη, στο σώμα και στο νου.
Ο Αλμπέρ πήγαινε στο σχολείο όποτε το θυμόταν, μέχρι που συνάντησε τον άνθρωπο που τον έκανε τον Καμύ που γνωρίζουμε.
Έναν δάσκαλο, τον Λουΐ Ζερμαίν, ο οποίος αφοσιώθηκε στο ορφανό με πατρική στοργή, δίνοντας ‘του δωρεάν μαθήματα έξω από τις ώρες του σχολείου και πείθοντας τη μητέρα του ότι ο μικρός έπρεπε να δώσει εξετάσεις για τις υποτροφίες του γυμνασίου.
Ο Καμύ αναγνώρισε αυτή την οφειλή στο δάσκαλο και όταν πήρε το νόμπελ του αφιέρωσε τους «Λόγους στη Σουηδία».
~
Κέρδισε μια υποτροφία για το γυμνάσιο, αλλά εκεί είχε να αντιμετωπίσει –ως άπορος- τους γιους των πλούσιων μεσοαστών.
«Αισθανόμουν μέσα μου απεριόριστες δυνατότητες, έπρεπε απλώς να βρω έναν τρόπο να τις πραγματοποιήσω. Δεν ήταν η φτώχια μου που έμπαινε εμπόδιο σ’ αυτό: στην Αφρική, η θάλασσα και ο ήλιος δεν κοστίζουν τίποτα. Εμπόδια ήταν μάλλον οι προκαταλήψεις και η ανοησία.»
Ο Καμύ αποφάσισε να επιβληθεί. Έγινε ο καλύτερος μαθητής του γυμνασίου –για να κερδίσει τους καθηγητές, και εξαιρετικός στα σπορ -για να κερδίσει τους συμμαθητές του. Μέχρι να φύγει του είχαν βγάλει το παρατσούκλι «ο μικρός πρίγκιπας».
Ενώ ετοιμαζόταν για τις σπουδές –φιλοσοφίας- στο πανεπιστήμιο αρρώστησε για πρώτη φορά από φυματίωση, αρρώστια πολύ συνηθισμένη στη συνοικία του Μπελκούρ. Έμεινε έναν χρόνο στο νοσοκομείο και όταν βγήκε συνέχισε τις σπουδές από εκεί όπου τις είχε αφήσει.
~
Το 1933, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και την έκδοση της «Ανθρώπινης Μοίρας» του Μαλρώ, ο εικοσάχρονος Καμύ ανακαλύπτει τη συγγραφή και τον κομμουνισμό. Την πρώτη θα την τιμούσε μέχρι το τέλος του, αλλά ως κομμουνιστής έζησε μόνο δυο χρόνια.
Του είχαν αναθέσει να οργανώσει ένα Κίνημα Διεκδικήσεων μεταξύ των Μουσουλμάνων, αλλά το 1935, έρχονται εντολές από τη Μόσχα να παρακολουθούνται οι επαναστατικές δραστηριότητες των ντόπιων στο Αλγέρι, για να μη ξεφεύγουν από τη γραμμή και το δόγμα του Στάλιν.
Ο Καμύ (ως άλλος Λώρενς) «αρνείται να ευθυγραμμιστεί με τις οπορτουνιστικές αυτές εντολές και καταλήγει να κόψει κάθε δεσμό με το κομμουνιστικό κόμμα».
«Εκεί όπου ευδοκιμεί το ψέμα», γράφει, «αναγγέλλεται και διαιωνίζεται η τυραννία.»
Τελειώνει το διδακτορικό του στη φιλοσοφία και ιδρύει έναν ανεξάρτητο θίασο, το «Ομαδικό Θέατρο». Ο Καμύ πάντα θεωρούσε το θέατρο ως την ύψιστη μορφή τέχνης. Εργάζεται ως δημοσιογράφος, γράφει θεατρικά και ανεβάζει παραστάσεις, ξεκινάει τον «Ξένο».
Με την εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία, που «ξάφνιασε» πολλούς μετριοπαθείς, γράφει:
«Να ‘χεις ζήσει μέσα στο μίσος αυτού του θεριού, να το έχεις μπροστά σου και να μην ξέρεις να το αναγνωρίσεις. Τόσο λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Πιο ύστερα, χωρίς αμφιβολία, θα έρθουν η λάσπη, το αίμα, η πελώρια αηδία. Αλλά για σήμερα διαπιστώνουμε πως η αρχή των πολέμων είναι όμοια με την αρχή της ειρήνης: Ο κόσμος και η καρδιά την αγνοούν.»
~
Το 1941 τελειώνει το «Μύθο του Σίσυφου» και μπαίνει στη Γαλλική Αντίσταση.
«Κατάλαβα τότε πως απεχθανόμουν όχι τόσο τη βία όσο τη θεσμοθέτηση της βίας.»
Μετά την Απελευθέρωση (και άλλον έναν υποτροπιασμό της φυματίωσης) ο Γκαλιμάρ, ο εκδοτικός θρύλος της Γαλλίας, υποκύπτει στην πίεση του Μαλρώ και εκδίδει τον «Ξένο», πιστεύοντας ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν πρόκειται να πουλήσει πάνω από χίλια αντίτυπα. Έκανε λάθος.
Μαζί με το «Μύθο του Σίσυφου», που εκδίδεται τον επόμενο χρόνο, ο κόσμος ανακαλύπτει το αντίπαλο δέος του υπαρξισμού. Από τη μια είναι ένα ολόκληρο κίνημα, από την άλλη ένας μανιώδης καπνιστής, που ποτέ δεν θα παραδεχτεί ότι είναι φιλόσοφος.
~
Το 1948 η Ανατολική Ευρώπη γίνεται βορά της Σταλινικής δικτατορίας.
Ο Καμύ αντιδρά με μια σειρά από άρθρα:
«Όταν ένας άνθρωπος, κάπου στον κόσμο, υψώνει τη γυμνή γροθιά του μπροστά σε ένα τανκ και ουρλιάζει πως δεν είναι σκλάβος, τι χαρακτηρισμός μας ταιριάζει αν μένουμε αδιάφοροι;»
Όμως ενώ αντιτίθεται στον σταλινισμό, ένα χρόνο μετά δίνει στη δημοσιότητα μια έκκληση για τη ζωή των καταδικασμένων σε θάνατο Ελλήνων κομμουνιστών.
Το 1951 η έκδοση του «Επαναστατημένου Ανθρώπου» πέφτει σαν βόμβα. Ο Καμύ δέχεται επιθέσεις από δεξιά κι αριστερά (με πρωτοστάτη τον Σαρτρ), από κληρικούς και άθεους. Η «φιλοσοφία» του είναι μια φιλοσοφία ενάντια στο δογματισμό, πάσης φύσης, και υπέρ του ανθρώπου.
«Ο επαναστατημένος δε φυλάει τίποτα»,γράφει, «τα παίζει όλα για όλα.»
Τι μπορεί να καταφέρει αυτός ο άνθρωπος ενάντια στο αδηφάγο σύστημα;
«Είναι κακή κατασκευή, αγαπημένε μου», γράφει στην Πανούκλα. «Όσο μακριά και να γυρίσω πίσω θυμάμαι πως άρκεσε πάντα ένας άνθρωπος που ξεπέρασε το φόβο του κι επαναστάτησε για να αρχίσει η μηχανή τους να τρίζει. Δε λέω δα και πως σταματά, θα απείχε πολύ. Πάντως όμως, τρίζει και μερικές φορές καταλήγει να χαλάσει στ’ αλήθεια.»
~
Συνεχίζει να γράφει, να κάνει παραστάσεις και να παρεμβαίνει πολιτικά όποτε χρειαζόταν.
Ακόμα και οι «εχθροί» του μαρτυρούν την ευγένεια και το σεβασμό που κυριαρχούσαν στη συμπεριφορά του προς τον άλλον. «Αγνοούσε τη δόξα του», γράφει η Μπωβουάρ και διατηρούσε στον άνθρωπο του λαού μια πίστη, που ορισμένοι έκριναν απλοϊκή.
Το 1956 εκδίδει το τελευταίο του μυθιστόρημα, την «Πτώση», όπου αναπτύσσει μια παλιότερη του σκέψη: «Το μόνο φιλοσοφικό ζήτημα είναι η αυτοκτονία».
Τρεις μήνες μετά του δίνουν το νόμπελ λογοτεχνίας και δύο χρόνια αργότερα σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό με το αυτοκίνητο του Γκαλιμάρ –σε παρόμοια ηλικία με τον Λώρενς.
«Αφελής» μέχρι το τέλος έγραφε:
«Αν είχα να γράψω ένα βιβλίο περί ηθικής θα είχε 100 σελίδες, οι 99 λευκές. Στην τελευταία θα έγραφα: Δεν γνωρίζω άλλο χρέος από την αγάπη.»~

(Πληροφορίες για τον Καμύ άντλησα από το βιβλίο του P. Ginestier, «Η ζωή και η σκέψη του Καμύ», εκδόσεις Άπειρον, μτφ Αλέξανδρος Βέλιος.)

Γελωτοποιός sanejoker.info