..........................Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής //λογοτεχνικό περιοδικό "Υφος".....Αλμπέρ Καμύ // (Albert Camus) [1913-1960]
Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι. Albert Camus

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Ο θαρραλέος Αλμπέρ Καμί

γράφει ο
Θανάσης Γιαλκέτσης *
Να ξαναδιαβάσουμε τον Αλμπέρ Καμί (1913-1960) μας καλεί ο Ισπανός φιλόσοφος Φερνάντο Σαβατέρ με το ακόλουθο κείμενό του. Μια καλή αφορμή μάς προσφέρει άλλωστε η πρόσφατη έκδοση ή επανέκδοση ορισμένων από τα έργα του.
Eπιχειρούμε να τον ξαναδιαβάσουμε με δυσπιστία, σχεδόν με φόβο. Τον έχουμε αγαπήσει τόσο πολύ! Τρέμουμε στην ιδέα ότι θα τον βρούμε τώρα ξεπερασμένο, αδύναμο, ανεπαρκή, ρητορικό ή πομπώδη.  Ωστόσο, έχουμε μια ορισμένη εγγύηση, στον βαθμό που τον θυμόμαστε αρκετά καλά για να γνωρίζουμε ότι δεν υπερασπίστηκε εγκλήματα ούτε δικαιολόγησε σφαγές και ότι δεν πανηγύρισε πολιτικά ή αισθητικά (Σαντ!) για καμιά μορφή ωμότητας. Δεν υπέφερε από εκείνη τη φυσική ανανδρία που συνήθως ωθεί τους διανοούμενους να εγκωμιάζουν τη βία, ούτε και από αυτό που ο Τσέστερτον όρισε ορθά ως «το λιγότερο ανδροπρεπές από τα ελαττώματα», την έλξη για την απανθρωπιά. Επιστρέφουμε στις σελίδες του και οι φόβοι μας διαλύονται: ορισμένες διαφωνίες, κάποιοι παλιοί γλωσσικοί φετιχισμοί, αλλά κατά τα λοιπά ο Καμί είναι άψογος.
Μας ανήκει περισσότερο από όσο άλλοτε: πιο δίκαιος, πιο έγκυρος, πιο δυνατός και διαυγής από κάθε άλλη φορά. Σχεδόν προφητικός, αν και ο ίδιος θα γελούσε με αυτόν τον επιθετικό προσδιορισμό που τον έχουν δυσφημήσει τόσοι ψεύτικοι μάντεις. Σε ποιον θα μπορούσαμε να προσφύγουμε στους καιρούς μας των υπερβολικών κατακλυσμών, με τους τόσους λογιότατους που τραγουδούν το δακρύβρεχτο ταγκό της «κρίσης των αξιών», με όλους τους εθνικισμούς να λειτουργούν στο ζενίθ και με μια αναζωπύρωση του θρησκευτικού φανατισμού παρόμοια με τη λάμψη από τις πυρές της Ιεράς Εξέτασης, καθώς είμαστε περικυκλωμένοι από την αυξανόμενη διάδοση της εξαθλίωσης, από την πείνα και την ανελέητη θυσία των παιδιών;
Μήπως θα πρέπει να ξαναδιαβάσουμε τον Καμί; Οχι όμως για να βρούμε απόλυτες διατυπώσεις που φαίνεται να λύνουν όλα τα προβλήματα. Σε τελική ανάλυση, ο Καμί ήταν εκείνος που έγραψε: «Θα μπορούσε να δημιουργηθεί το κόμμα εκείνων που δεν είναι βέβαιοι ότι έχουν δίκιο; Θα ήταν το δικό μου κόμμα». Να τον ξαναδιαβάσουμε κυρίως για να διασώσουμε το σφρίγος ενός ορισμένου διανοητικού θάρρους, μιας ευφυούς ιδιοσυγκρασίας. Αρχίζοντας από τη διάγνωσή του για τον εικοστό αιώνα«Ο 17ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας των μαθηματικών, ο 18ος υπήρξε εκείνος των φυσικών επιστημών και ο 19ος εκείνος της βιολογίας. Ο δικός μας, ο εικοστός αιώνας, είναι ο αιώνας του φόβου. Θα μπορούσε να μου αντιτείνει κανείς ότι ο φόβος δεν είναι επιστήμη. Ωστόσο, (…) μολονότι δεν μπορεί να θεωρηθεί μια καθαυτό επιστήμη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι σε κάθε περίπτωση μια τεχνική». Η σαφής απόρριψη του φόβου ως πολιτικής τεχνικής τον οδήγησε να παλέψει από την πρώτη κιόλας μέρα εναντίον του ναζισμού και να εξηγήσει τους όρους της αντίθεσής του, χωρίς μίσος ούτε έπαρση, στα «Γράμματα σ’ ένα φίλο Γερμανό». Σε αυτά χρησιμοποιεί μια διατύπωση που δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη:«Αγαπώ υπερβολικά τη χώρα μου για να ’μαι εθνικιστής».
Για τον ίδιο λόγο δεν δυσκολεύτηκε να εκφράσει, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, εκείνη την απόρριψη του σοβιετικού συστήματος (τόσο της θεωρητικής του βάσης όσο και των αποτελεσμάτων του), που μόνον εδώ και λίγο καιρό, και με τόσες επιφυλάξεις, και άλλοι θα συμμεριστούν. Με το ίδιο θάρρος αντιτάχθηκε στη βαθμιαία «συνθηκολόγηση» των δυτικών δημοκρατιών με το καθεστώς του Φράνκο, την οποία αυτός αποκαλούσε πάντα με το όνομά της: συνενοχή. Δεν έκανε λάθος ούτε όταν κατήγγειλε τη θανατική ποινή και την τρομοκρατία, τα συμμετρικά άκρα της θυσίας του ατόμου στον βωμό του κρατικού συμφέροντος (του κράτους που καλούμαστε να υπερασπίσουμε, να καταστρέψουμε ή να οικοδομήσουμε, ενός κράτους που ζητάει πάντοτε δήμιους).
Η ανθρώπινη μοίρα μπορεί να του φαινόταν παράλογη, αλλά ποτέ δεν τη θεώρησε ευτελή και αξιοκαταφρόνητη. Το κακό που προξενούμε ο ένας στον άλλον είναι ένα σκάνδαλο που μπορεί να διορθωθεί, αλλά το μεταφυσικό σκάνδαλο του πόνου και του θανάτου είναι ανεπανόρθωτο. Σήμερα ο Καμί καταλήγει να είναι ιδιαίτερα προφητικός και με την καλή έννοια του όρου, όχι όπως ο Σαρτρ, τα πολιτικά επιχειρήματα του οποίου, ακόμη και όταν είχε απόλυτο δίκιο, προμήνυαν μελλοντικές αδικίες. Από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, ο Καμί υποστήριζε ότι το πεπρωμένο των πολιτών όλων των εθνών δεν θα άλλαζε ποτέ αν προηγουμένως δεν δημιουργούνταν μια παγκόσμια οργάνωση ικανή να εξασφαλίσει την ειρήνη και να αντιμετωπίσει συντονισμένα τα παγκόσμια προβλήματα: «Δεν θα υπάρξει αποτελεσματική επανάσταση σε κανένα μέρος του κόσμου όσο δεν θα έχει γίνει αυτή η επανάσταση». Είχε επίσης διαγνώσει με διαύγεια τον επείγοντα τρόπο με τον οποίο τίθεται το πρόβλημα των ανθρώπινων δικαιωμάτων: δεν πρόκειται για επουσιώδεις συμβατικότητες που μπορούν να εφαρμόζονται όταν στο σύνολό της η κοινωνία είναι άδικη, αλλά είναι επείγοντα και αναπαλλοτρίωτα ακριβώς επειδή η κοινωνία είναι άδικη. Στην πολιτική -αυτό είναι θεμελιώδες μάθημα- μόνον τα μέσα μπορούν να δικαιολογήσουν τον σκοπό και ποτέ ο σκοπός δεν μπορεί να αγιάσει τα μέσα. Αυτή η πεποίθηση ενέπνευσε και τη στάση του στη διάρκεια της αλγερινής σύγκρουσης, μια στάση που τότε είχε τόσο συκοφαντηθεί από την κακόπιστη απλοϊκότητα των αντιτιθέμενων εξτρεμισμών, αλλά που σήμερα, στο ιστορικό φως όσων μπορούν να κρυφτούν κάτω από τον μανδύα του «αυτοπροσδιορισμού» και μπροστά στα όσα έγιναν πιο πρόσφατα στην Αλγερία, οφείλουμε να την ερμηνεύσουμε με νέες αποχρώσεις.
Ιδίως το αφήγημά του «Η πανούκλα» (δεν ήθελε να το αποκαλούν «μυθιστόρημα») έγινε η πιο ζωντανή μεταφορά του τέλους ενός αιώνα, ένα τολμηρό μήνυμα, χωρίς όμως ουτοπιστικούς αυνανισμούς, για την εποχή του AIDS, του μισαλλόδοξου ανορθολογισμού και της απελπισμένης αβουλίας. Είναι η παραβολή της αλληλεγγύης ως ατομικής απόφασης, ταπεινής ώς τον πεσιμισμό, αλλά σταθερής. Ο άνθρωπος οφείλει να παλεύει στην ιστορία, αλλά έχει το δικαίωμα να διατηρεί μέσα στη ζωή του εκείνο το τμήμα της χαράς που δεν ανήκει στην ιστορία. Και παρ’ όλα αυτά, στην ανθρωπότητα υπάρχουν περισσότερα πράγματα άξια θαυμασμού από όσα είναι άξια περιφρόνησης. Αυτό το σπουδαίο βιβλίο αφήνει εξίσου ανικανοποίητους τους καθαρούς εστέτ και τους αδιάλλακτους ηθικολόγους, εκείνους που αποβλέπουν στην ύψιστη τελειότητα χωρίς συμβιβασμούς και εκείνους που λαχταρούν περισσότερο να εκτελούν ποινές παρά να αποδίδουν δικαιοσύνη. Συμπτωματικά, απογοητεύει και όσους διεκδικούν την απόλυτη ουτοπία, αλλά είναι το πιο απλό μανιφέστο «εκείνων στους οποίους αρκούν ο άνθρωπος και η φτωχή και τρομερή αγάπη του». Εκείνοι που ασχολούνται σχολαστικά με την τελευταία υποσημείωση και οι θεράποντες της ακαδημαϊκής αργκό αποκλείουν τον Καμί από το αυστηρό βασίλειο της φιλοσοφίας, εξαιτίας του γεγονότος ότι είναι ένας απλός «δημοσιογράφος».
Δεν ξέρω αν η φιλοσοφία βρίσκεται σε αντιδικία με το δημοσιογραφικό επάγγελμα, σίγουρα όμως δεν είναι πολλοί οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που έχουν και τη δημοσιογραφική ιδιότητα. Στην πραγματικότητα, ο Καμί ήταν ένας μεγάλος δημοσιογράφος, μια από τις μορφές που συνέβαλαν περισσότερο στην αναβάθμιση αυτού του επαγγέλματος που έχει τόσο διαβρωθεί από φιλολογική και ηθική άποψη.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Αλμπέρ Καμύ – Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που αρνείται να είναι αυτό που είναι.

Albert Camus – Ο επαναστατημένος άνθρωπος 

Αν θεωρήσουμε, λοιπόν, το παράλογο ως κανόνα ζωής, είναι αντιφατικό. Τότε, γιατί απορούμε που δεν μας διαθέτει τις αξίες εκείνες οι οποίες θα αποφάσιζαν για μας ως προς τη νομιμότητα του εγκλήματος; Δεν είναι δυνατό, άλλωστε, να στηρίξουμε μια στάση πάνω σε μια προνομιούχα συγκίνηση.
Το αίσθημα του παραλόγου είναι ένα αίσθημα όπως όλα τα άλλα. Το ότι έδωσε τη χροιά του σε τόσες σκέψεις και πράξεις στην περίοδο του μεσοπολέμου αποδεικνύει μόνο τη δύναμη και τη νομιμότητά του. Αλλά η δύναμη ενός αισθήματος δεν σημαίνει ότι γίνεται και πανανθρώπινο. Το σφάλμα μιας ολόκληρης εποχής ήταν ότι διατύπωσε, ή θεώρησε διατυπωμένους, γενικούς κανόνες δράσης, ξεκινώντας από μιαν απελπισμένη συγκίνηση που ο μηχανισμός της ήταν να ξεπεράσει τον ίδιο τον εαυτό της.
Τα μεγάλα βάσανα, όπως και οι μεγάλες ευτυχίες, γίνονται αιτίες για τη γένεση ενός συλλογισμού. Παίζουν τον ρόλο των μεσολαβητών. Μα δεν θα μπορούσαμε να τους ξαναβρούμε και να τους διατηρήσουμε καθ’ όλη τη διάρκεια των συλλογισμών. Αν, επομένως, ήταν νόμιμο να υπολογίζεται η παράλογη ευαισθησία, να γίνεται η διάγνωση ενός κακού τέτοιου όπως το βρίσκουμε στον εαυτό μας και στους άλλους, είναι αδύνατο να δούμε σε τούτη την ευαισθησία, και στον μηδενισμό που αυτή προϋποθέτει, κάτι άλλο εκτός από ένα σημείο εκκίνησης, μια εμπειρική κριτική, το ισοδύναμο —στο επίπεδο της ύπαρξης— της συστηματικής αμφιβολίας. Κι ύστερα, πρέπει να σπάσουμε τα στάσιμα παιχνίδια του καθρέφτη και να εισχωρήσουμε στην ασυγκράτητη κίνηση, χάρη στην οποία το παράλογο ξεπερνά τον ίδιο τον εαυτό του.


Όταν σπάσει ο καθρέφτης, δεν απομένει πια τίποτα που να μπορεί να μας βοηθήσει για να δώσουμε απαντήσεις στα ερωτήματα του αιώνα. Το παράλογο μαζί με τη μεθοδική αμφιβολία εξουδετέρωσαν τις ιδέες του παρελθόντος. Το παράλογο μας φέρνει σε αδιέξοδο. Όμως μπορεί, όπως και η αμφιβολία, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον πάνω του, να προσανατολίσει μια νέα έρευνα. Ο συλλογισμός συνεχίζεται έτσι με τον ίδιο τρόπο. Φωνάζω ότι δεν πιστεύω σε τίποτα και ότι όλα είναι παράλογα, μα δεν μπορώ να αμφιβάλλω για την κραυγή μου, και πρέπει να πιστέψω τουλάχιστον στη διαμαρτυρία μου.
Η πρώτη και μοναδική ολοφάνερη αλήθεια που μου δίνεται έτσι, εντός της παράλογης εμπειρίας, είναι η εξέγερση. Στερημένος από κάθε γνώση, εξαναγκασμένος να σκοτώνω ή να συναινώ στον φόνο, δεν έχω παρά μόνο τούτη την απτή αλήθεια, η οποία ενισχύεται ακόμη περισσότερο από την απόγνωση που με παιδεύει.
Η εξέγερση γεννιέται από το θέαμα της παραφροσύνης, μπροστά σε μιαν άδικη και ακατανόητη μοίρα. Ωστόσο, η τυφλή ορμή της διεκδικεί την τάξη μέσα στο χάος και την ενότητα στην καρδιά αυτού που φεύγει και χάνεται. Φωνάζει, απαιτεί, θέλει να σταματήσει το σκάνδαλο και να ακινητοποιηθεί επιτέλους αυτό που μέχρι τώρα γραφόταν δίχως ανάπαυλα πάνω στη θάλασσα.
Έγνοια της είναι η αλλαγή. Αλλαγή όμως σημαίνει δράση, και δράση αύριο θα σημαίνει να σκοτώνει, ενώ δεν ξέρει ακόμη αν ο φόνος είναι νόμιμος. Εγκυμονεί ακριβώς τις πράξεις εκείνες που της ζητούν να νομιμοποιήσει. Άρα, η εξέγερση πρέπει να αντλήσει τα αίτια που την υποκινούν από τον εαυτό της, αφού δεν μπορεί να τα πάρει από τίποτ’ άλλο. Πρέπει να δεχτεί να κάνει τον αυτοέλεγχό της για να μάθει πώς πρέπει να συμπεριφερθεί.
Δύο αιώνες επανάστασης, μεταφυσικής ή ιστορικής, προσφέρονται ακριβώς στη θεώρησή μας. Μόνο ένας ιστορικός θα είχε την αξίωση να εκθέσει λεπτομερώς τις ιδεολογίες και τα κινήματα που διαδέχονται το ένα το άλλο μέσα σ’ αυτήν. Το πολύ πολύ, θα είναι δυνατό να βρούμε εκεί την κατευθυντήρια ιδέα. Οι σελίδες που ακολουθούν προτείνουν μόνο κάποια ιστορικά σημεία αναφοράς και μια πιθανή ανάγνωση’ αυτή δεν είναι η μόνη δυνατή και, άλλωστε, δεν μπορεί να διαφωτίσει τα πάντα. Εξηγεί ωστόσο, τουλάχιστον εν μέρει, την κατεύθυνση και, σχεδόν ολοκληρωτικά, τις υπερβολές της εποχής μας. Η θαυμαστή ιστορία που αναφέρεται εδώ είναι η ιστορία της ευρωπαϊκής αλαζονείας.
Η εξέγερση, πάντως, δεν θα μας φανέρωνε τις αιτίες της παρά μόνο στο τέλος μιας έρευνας γύρω από τις θέσεις, τις αξιώσεις και τις κατακτήσεις της. Στα έργα της βρίσκονται πιθανόν ο κανόνας δράσης που δεν κατάφερε να μας δώσει το παράλογο, τουλάχιστον μια ένδειξη για το δικαίωμα ή το καθήκον να σκοτώνεις και, τέλος, η ελπίδα μιας δημιουργίας.
Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα που αρνείται να είναι αυτό που είναι. Αρκεί να ξέρουμε αν τούτη η άρνηση τον οδηγεί μόνο στον όλεθρο των άλλων και του εαυτού του, αν κάθε εξέγερση πρέπει να κλείνει με τη δικαίωση του παγκόσμιου εγκλήματος ή αν, αντίθετα, χωρίς καμιάν απαίτηση για μιαν ανέφικτη αθωότητα, μπορεί να αποκαλύψει την αρχή μιας αποδεκτής ενοχής.
~~~~~~~~~~~~

Albert Camus – Ο επαναστατημένος άνθρωπος

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Ο «Επαναστατημένος άνθρωπος», Αλμπέρ Καμύ…


«Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε» επιβεβαιώνει ο Αλμπέρ Καμύ. Η εξέγερση είναι ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσουμε το παράλογο. Αλλά το αληθινό θέμα του «Επαναστατημένου ανθρώπου» είναι τα ερωτήματα που θέτει το διεισδυτικό πνεύμα του Καμύ: Πώς ο άνθρωπος, στο όνομα της εξέγερσης, συμβιβάστηκε με το έγκλημα; Πώς η εξέγερση κατέληξε στα αυταρχικά κράτη του 20ου αιώνα που αντιγράφουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Πώς η ανθρώπινη περηφάνια αλλαξοδρόμησε;
Ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» είχε ευθύς εξαρχής τεράστιο αντίκτυπο, προκάλεσε όμως και πολλές αντιδράσεις από διάφορες πλευρές: κομουνιστές, σουρεαλιστές, υπαρξιστές, χριστιανούς… Οι σύγχρονοι του Καμύ δεν ήταν αρκετά ώριμοι για να παραδεχτούν αλήθειες που επιβλήθηκαν τα κατοπινά χρόνια, καθιστώντας τον «Επαναστατημένο άνθρωπο» έργο επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε.
«…Το επαναστατικό πνεύμα στην Ευρώπη μπορεί επίσης, για πρώτη και τελευταία φορά, να στοχαστεί πάνω στις αρχές του, ν’ αναρωτηθεί ποια παρέκκλιση το οδηγεί στον χαμό της τρομοκρατίας και του πολέμου, και να ξαναβρεί, μαζί με τις αιτίες της εξέγερσής του, την πίστη του σε τούτες τις αρχές».
«Ένα από τα σπουδαιότερα μανιφέστα ανθρωπισμού»
(«The Times»)

• Ο Πολωνός φιλόσοφος Σίγκμουντ Μπάουμαν για τον Αλμπέρ Καμύ:

Πριν από μερικά χρόνια ζήτησαν από τον Πολωνό φιλόσοφο Σίγκμουντ Μπάουμαν να συμπυκνώσει τη σκέψη του σε μια παράγραφο. Κι εκείνος δεν μπόρεσε να βρει καλύτερη απάντηση από την εξής ρήση του Καμύ: “Υπάρχει η ομορφιά και υπάρχουν οι ταπεινωμένοι. Οσες κι αν είναι οι δυσκολίες του εγχειρήματος, δεν θα ήθελα να προδώσω ποτέ ούτε τη μία ούτε τους άλλους”. Πολλοί συγγραφείς συνταγών της ανθρώπινης ευτυχίας, πιο ριζοσπάστες και πιο αλαζόνες, θα θεωρούσαν πως αυτή η δήλωση αποτελεί σκανδαλώδη προτροπή για παιχνίδι σε διπλό ταμπλό. Λάθος, απαντά ο Μπάουμαν στον Νουβέλ Ομπζερβάτερ.
Ο Καμύ απέδειξε, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το “να διαλέγεις το στρατόπεδό σου” θυσιάζοντας το ένα καθήκον για να εκπληρώσεις (υποτίθεται) καλύτερα το άλλο καταλήγει στην ακύρωση και των δύο. Ο συγγραφέας του “Ξένου” και της “Πανούκλας” δήλωνε ότι βρίσκεται “ανάμεσα στη φτώχεια και τον ήλιο”. Οπως έλεγε, “η φτώχεια μ’ εμπόδισε να πιστέψω ότι όλα είναι καλά κάτω από τον ήλιο και εντός της ιστορίας. Ο ήλιος μ’ έμαθε ότι η ιστορία δεν είναι το παν”.
Για τον Καμύ, η ελευθερία χωρίς δικαιοσύνη είναι η αγριότητα του πιο ισχυρού, ο θρίαμβος του φιλελευθερισμού, ο νόμος των συμμοριών, των φυλών και των μαφιών. Η δικαιοσύνη χωρίς ελευθερία είναι η βασιλεία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των συρματοπλεγμάτων και των φυλακών. Ο Καμύ ήθελε μια ελεύθερη οικονομία σε μια δίκαιη κοινωνία.
Η ανθρώπινη ελευθερία, υπογράμμιζε ο Καμύ, “δεν προσφέρει παρά μια ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι” και ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίζουμε έναν κόσμο χωρίς ελευθερία είναι να γίνουμε τόσο απόλυτα ελεύθεροι, ώστε η ίδια η ύπαρξή μας να αποτελεί μια πράξη εξέγερσης. Η μοίρα του ανθρώπου βρίσκεται ανάμεσα στη φιγούρα του Σίσυφου και σ’ εκείνη του Προμηθέα. Αυτές τις δύο φιγούρες προσπάθησε, επίμονα αλλά μάταια, να συμφιλιώσει ο Καμύ. Ο Προμηθέας, ο ήρωας του “Εξεγερμένου ανθρώπου”, επιλέγει να ζήσει μια ζωή για τους άλλους, να εξεγερθεί κατά της δυστυχίας τους, θεωρώντας πως η εξέγερση αυτή αποτελεί τη λύση στον παραλογισμό της ανθρώπινης κατάστασης που οδήγησε τον Σίσυφο στην αυτοκτονία. Σ’ αυτή τη σύνθεση που επιχειρεί ο Καμύ ανάμεσα στον Προμηθέα και τον Σίσυφο, η άρνηση γίνεται μια πράξη κατάφασης: “Εξεγείρομαι, άρα υπάρχουμε”.

• Αποφθέγματα του Αλμπέρ Καμύ:

– Κανείς δεν συνειδητοποιεί ότι μερικοί άνθρωποι καταναλώνουν τεράστια ενέργεια, απλώς και μόνο για να φαίνονται φυσιολογικοί.

– Γνωρίζουμε μόνο ένα καθήκον και αυτό είναι να αγαπάμε.

-Το να μη σ’ αγαπούν είναι μια κακοτυχία
Αλλά αν δεν αγαπάς εσύ είναι συμφορά.

– Αν υπάρχει μια αμαρτία απέναντι στη ζωή, αυτή δεν είναι τόσο η απελπισία, όσο το να ελπίζει κανείς σε μια άλλη ζωή και να διαφεύγει από το μεγαλείο αυτής της ζωής.

–Από τη στιγμή που όλοι θα πεθάνουμε, είναι προφανές ότι το πού και το πότε δεν έχουν καμιά σημασία.

– Μην περπατάς μπροστά μου, μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μην περπατάς πίσω μου, μπορεί να μην σε οδηγήσω. Περπάτησε δίπλα μου και γίνε φίλος μου.

– Μην περιμένετε την ημέρα της Κρίσης. Είναι κάθε μέρα.

– Μου έχει μείνει λίγος χρόνος και δεν θα ήθελα να τον σπαταλήσω στο Θεό.
• Αλμπέρ Καμύ: «Η πανούκλα» (μικρό απόσπασμα):

«[…] Οι δυστυχίες, στην πραγματικότητα, είναι μια κοινή υπόθεση, αλλά δύσκολα τις πιστεύει κανείς όταν του πέσουν στο κεφάλι. Υπήρξαν στον κόσμο τόσες πανούκλες όσοι και οι πόλεμοι. Και παρ’ όλα αυτά οι πανούκλες και οι πόλεμοι πάντα βρίσκουν τους ανθρώπους το ίδιο απροετοίμαστους. Ο γιατρός Ριέ ήταν απροετοίμαστος, όπως και οι συμπολίτες μας και έτσι πρέπει να καταλάβουμε τους δισταγμούς τους. Και μ’ αυτόν τον τρόπο επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι μοιράστηκε ανάμεσα στην ανησυχία και την εμπιστοσύνη. Όταν ξεσπάει ένας πόλεμος, οι άνθρωποι λένε: “Δε θα διαρκέσει πολύ, είναι πολύ ανόητο”. Κι αναμφίβολα ένας πόλεμος είναι σίγουρα πολύ ανόητος, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διαρκέσει. Η ανοησία επιμένει πάντα και θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει αν δε σκεφτόταν μόνο τον εαυτό του. Απ’ αυτήν την άποψη οι συμπολίτες μας ήταν σαν όλο τον κόσμο, σκέφτονταν τους εαυτούς τους και για να το πούμε κι αλλιώς ήταν ανθρωπιστές: δεν πίστευαν στις δυστυχίες. 
Η δυστυχία δεν είναι στα μέτρα του ανθρώπου, επομένως λέμε ότι η δυστυχία δεν είναι πραγματική, είναι ένα κακό όνειρο που θα περάσει. Αλλά δεν περνάει πάντα και από κακό όνειρο σε κακό όνειρο, είναι οι άνθρωποι που περνάνε και πρώτα πρώτα οι ανθρωπιστές, γιατί δεν πήραν τις προφυλάξεις τους. Οι συμπολίτες μας δεν ήταν πιο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν να είναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν ότι όλα είναι ακόμη δυνατά για αυτούς -πράγμα που σήμαινε ότι οι δυστυχίες είναι αδύναμες. Συνέχιζαν να κάνουν επιχειρήσεις, να ετοιμάζουν ταξίδια, και να έχουν γνώμες. Πώς θα μπορούσαν να σκεφτούν την πανούκλα, που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις, τις συζητήσεις; Θεωρούσαν τους εαυτούς τους ελεύθερους και κανένας δε θα είναι ποτέ ελεύθερος, όσο υπάρχουν δυστυχίες».

___________________

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Αλμπέρ Καμύ. Σημειώσεις για τις αυταπάτες του παρελθόντος

 

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Σημαντικός Γάλλος φιλόσοφος, τιμημένος με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1957, ο Αλμπέρ Καμύ (Αλγερία 1913 - Γαλλία 1960) σημάδεψε με τα έργα του τον 20ό αιώνα. Η «Πανούκλα», ο «Ξένος», ο «Μύθος του Σισύφου», ο «Ευτυχισμένος θάνατος», ο «Επαναστατημένος άνθρωπος», Η «Παρεξήγηση», ο «Καλιγούλας» είναι τα κορυφαία βιβλία του στα οποία, μέσω του «μύθου», εξετάζεται η σχέση του ατόμου με τη ζωή, αλλά και το Παράλογο, υπό το πρίσμα του θανάτου.
Ο Αλμπέρ Καμύ, μολονότι ασχολείται με θέματα υπαρξιακά, αρνείται ότι οι θέσεις του έχουν σχέση με τον υπαρξισμό. Αλλωστε, δεν επιθυμεί να κατατάξει τις απόψεις του σε ένα φιλοσοφικό σύστημα, αν και στον «Μύθο του Σισύφου» αλλά και στον «Επαναστατημένο άνθρωπο» αναζητεί το νόημα της ζωής, βασικές έννοιες στο έργο του, όπως και αυτές του παραλόγου και της εξέγερσης, ιδωμένες σε σχέση με τις αντιθέσεις: ζωή και θάνατος, φως και σκοτάδι, ευτυχία και δυστυχία. 

Και αν κάποιος μπορούσε να αποδεχτεί αυτές τις αντιθέσεις της καθημερινότητας, πώς να αποδεχτεί την παραδοξότητα της ακόλουθης ιδέας: «Η ζωή μας έχει μεγάλη αξία, αλλά δεν έχει νόημα». 

Πώς συμφιλιώνεται, όμως, αυτή η αντίθεση; Ή, όπως γράφει στη «Δεύτερη επιστολή σ’ ένα φίλο Γερμανό» («Γράμματα σ’ ένα φίλο Γερμανό», Πατάκης, 2013): «Αν τίποτε δεν έχει νόημα, έχεις δίκαιο. Ωστόσο, υπάρχει κάτι που έχει νόημα». 

Μια αντίφαση που επιτείνει την παραδοξότητα και τη σχέση αντίθεση νοήματος και αξίας της ζωής. Εγείρονται πολλά ερωτήματα, διότι αν η ύπαρξη δεν έχει νόημα τότε γιατί ζούμε; Μήπως πρέπει να συμφιλιωθούμε με την ιδέα του απόλυτου τίποτα; 

Αλλωστε, τι συμβολίζει η εικόνα του Σισύφου που σπρώχνει τον βράχο προς την κορυφή ενός βουνού και συνεχίζει να κάνει την ίδια διαδρομή καθώς αυτός κατρακυλάει στους πρόποδες; Μήπως αυτή η εικόνα συμβολίζει την αέναη επανάληψη του κύκλου της ζωής; Ο «Μύθος του Σισύφου» περιγράφει «την ακαθόριστη αίσθηση του παραλόγου» μέσω εικόνων, παρομοιώσεων και μεταφορών, αλλά και περιπτώσεων που απεικονίζουν τη σχέση του ατόμου με τη ζωή και με ό,τι βιώνει.
Στα «Σημειωματάρια», στις σημειώσεις στο περιθώριο και όχι μόνο, ο συγγραφέας καταγράφει τις αναμνήσεις του από την παιδική ηλικία στην Αλγερία, τις σκέψεις του, τις ιδέες του, τη σχέση του καλλιτέχνη με το έργο τέχνης, αποτυπώνει αισθήσεις, εντυπώσεις και εικόνες, που προεκτείνουν τη στάση του απέναντι στα πράγματα, τα μικρά και τα μεγάλα, αλλά επίσης προαναγγέλλουν θέματα από μελλοντικά του βιβλία. 

Οι εικόνες της καθημερινότητας δεν αποδίδονται για να φανεί η στιγμιαία ομορφιά ή η παροδική διάθεση, αλλά για να ενταχθούν στο πλαίσιο της φιλοσοφικής ματιάς, αυτής που συγκρατεί το όλον, εμβαθύνει, συνδέει το άτομο με το σύμπαν και το μυστήριο της ύπαρξης. 

Οι σκέψεις συνομιλούν με το φευγαλέο, επιτείνουν την αίσθηση της ματαιότητας, τη βεβαιότητα του εφήμερου, αλλά και τη δυστυχία που προκύπτει όταν συνειδητοποιείται ότι η απώλεια είναι αναπόφευκτη: «Δεν με ικανοποιεί (η ζωή) γιατί θα μου την αφαιρέσουν ή, μάλλον, επειδή με ικανοποιεί τόσο πολύ, νιώθω όλη τη φρίκη της απώλειάς της» (σελ. 123).
Ολα εξετάζονται κάτω από τη σκιά του θανάτου, ο οποίος ωθεί το άτομο να υπερεκτιμήσει τη θέση κάποιου, που φεύγει από τη ζωή, ανάμεσα στους άλλους, ενώ το παρελθόν το οποίο είναι φτιαγμένο ολότελα από αυτόν, γεμίζει με αυταπάτες.

Οι σημειώσεις στα «τετράδια» του Καμύ προσθέτουν στοιχεία στην εικόνα του φιλοσόφου, του ανθρώπου, του συγγραφέα, και γι’ αυτό διαβάζονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ
Σημειωματάρια, Βιβλίο Πρώτο, Μάιος 1935-Φεβρουάριος 1942
μτφρ.: Νίκη Καρακίτσου-Douge, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Roblin
εκδ. Πατάκης

___________
http://neologosattikis.gr/

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Αλμπέρ Καμύ: Ένας Επαναστατημένος Άνθρωπος

Τέχνη & Πολιτισμός


«…να αξιωθούμε μια μέρα να ζήσουμε σαν ελεύθεροι άνθρωποι, δηλαδή σαν άνθρωποι που αρνιούνται να ασκήσουν καθώς και να υποστούν τη φρίκη.»
Αλμπέρ Καμύ 

~~~~~~~
Φανταστείτε τρεις ανθρώπους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Ο πρώτος είναι ένας ξερακιανός γέρος που κοιτάει κατάματα τις προτεταμένες κάνες και φωνάζει: «Δεν σας φοβάμαι!»
Ο δεύτερος μοιάζει με λεμούριο. Με τα γουρλωμένα του μάτια αντικρίζει τα όπλα με τρόμο και προσμονή.
Ο τρίτος θα μπορούσε να είναι ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ.
Γνωρίζει ότι τον σημαδεύουν και ότι από στιγμή σε στιγμή θα ακουστεί το πρόσταγμα. Αλλά έχει γυρισμένο το κεφάλι από την άλλη, καπνίζει και παρατηρεί τις τολύπες του καπνού, πως στροβιλίζονται χαοτικά πριν εκμηδενιστούν.
~~~~~~~
Αυτοί ήταν οι τρεις λογοτέχνες της πρώτης μου νεότητας.
Πρώτος ο Καζαντζάκης, που στοίχειωσε το νου πολλών εφήβων με εκείνα τα «φτάσε όπου δεν μπορείς» και «παρατέντωσε με, κι ας σπάσω». Τα βιβλία του λιονταρίσια τροφή, όπως του Νίτσε. Ο άνθρωπος που κοιτούσε το κενό κατάματα χωρίς να φοβάται και χωρίς να ελπίζει.
Τον δεύτερο μου τον σύστησε μια καθηγήτρια. «Έχεις διαβάσει Κάφκα;» με ρώτησε. Όταν της είπα ότι τον είχα μόνο ακουστά μου έδωσε χαμογελώντας τη «Δίκη». Γρήγορα κατάλαβα γιατί χαμογελούσε.
Βιβλία που έμοιαζαν να έχουν γραφτεί ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση, εφιαλτικά σχεδόν, αλλά χωρίς να θέλεις να ξυπνήσεις. Κάποιες σκηνές από το ημιτελές «Αμερική» δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ αν τις διάβασα ή αν τις ονειρεύτηκα.
Θαρραλέος κι αυτός μπροστά στο θάνατο και στη ζωή, αλλά με έναν δικό του τρόπο, κάτι σαν ψυχοπαθής κλόουν, που σε πετσοκόβει με μια ματσέτα ενώ γελάει –και πίσω ακούγεται μουσική τσίρκου.
Και μετά ήρθε ο Καμύ.
Ολιγόλογος, αλλά καίριος. Στοχαστικός, αλλά και παθιασμένος. Αρρενωπός, αλλά όχι χυδαίος.Και μόνος.
~~~~~~~
Πολλοί νομίζουν ότι ο Καμύ άνηκε στην κυρίαρχη λογοτεχνική/φιλοσοφική κλίκα της μεταπολεμικής Ευρώπης, τον υπαρξισμό. Αυτό είναι λάθος. Ο Καμύ εξαρχής βρέθηκε αντιμέτωπος με τους υπαρξιστές και ήρθε σε σύγκρουση με τον πάπα τους, τον Ζαν-Πολ Σαρτρ και την πάπισσα τους, την Μπωβουάρ.
Όπως ήρθε σε σύγκρουση και με τους κομμουνιστές (μια εποχή που δεν επιτρεπόταν να είσαι διανοούμενος και να μην είσαι μαρξιστής), με τους φασίστες, με τους ναζί, με τους κληρικούς, με τους σουρεαλιστές, με τους αποικιοκράτες Γάλλους και με τους φονταμενταλιστές Αλγερινούς.
«Κάθε ιδεολογία», έγραφε στον Επαναστατημένο Άνθρωπο, «αρνιέται όλες τις άλλες, υποχρεωτικά ξεπλανευτικές. Τότε είναι που αρχίζουμε να σκοτώνουμε.»
Και αλλού:
«Δεν έμαθα την ελευθερία από τον Μαρξ, την έμαθα στην αθλιότητα.»
~~~~~~~
Οι γονείς του Αλμπέρ αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν από την Αλσατία στην Αλγερία για να γλιτώσουν από το φάσμα της πείνας. Αλλά κι εκεί δεν τα κατάφεραν καλύτερα.
Ο πατέρας του, έξι μήνες μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού του, σκοτώθηκε στο Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Κατερίνα Καμύ μετακόμισε στο Αλγέρι, στη συνοικία των άπορων, το Μπελκούρ, όπου ζούσαν Άραβες, Εβραίοι, Ισπανοί, Μαλτέζοι, Ιταλοί, Έλληνες και Γάλλοι. Καθάριζε σπίτια και έκανε ότι άλλη δουλειά μπορούσε να βρει για να επιβιώσουν, αλλά ήταν φιλάσθενη, στο σώμα και στο νου.
Ο Αλμπέρ πήγαινε στο σχολείο όποτε το θυμόταν, μέχρι που συνάντησε τον άνθρωπο που τον έκανε τον Καμύ που γνωρίζουμε.
Έναν δάσκαλο, τον Λουΐ Ζερμαίν, ο οποίος αφοσιώθηκε στο ορφανό με πατρική στοργή, δίνοντας ‘του δωρεάν μαθήματα έξω από τις ώρες του σχολείου και πείθοντας τη μητέρα του ότι ο μικρός έπρεπε να δώσει εξετάσεις για τις υποτροφίες του γυμνασίου.
Ο Καμύ αναγνώρισε αυτή την οφειλή στο δάσκαλο και όταν πήρε το νόμπελ του αφιέρωσε τους «Λόγους στη Σουηδία».
~~~~~~~
Κέρδισε μια υποτροφία για το γυμνάσιο, αλλά εκεί είχε να αντιμετωπίσει –ως άπορος- τους γιους των πλούσιων μεσοαστών.
«Αισθανόμουν μέσα μου απεριόριστες δυνατότητες, έπρεπε απλώς να βρω έναν τρόπο να τις πραγματοποιήσω. Δεν ήταν η φτώχια μου που έμπαινε εμπόδιο σ’ αυτό: στην Αφρική, η θάλασσα και ο ήλιος δεν κοστίζουν τίποτα. Εμπόδια ήταν μάλλον οι προκαταλήψεις και η ανοησία.»
Ο Καμύ αποφάσισε να επιβληθεί. Έγινε ο καλύτερος μαθητής του γυμνασίου –για να κερδίσει τους καθηγητές, και εξαιρετικός στα σπορ -για να κερδίσει τους συμμαθητές του. Μέχρι να φύγει του είχαν βγάλει το παρατσούκλι «ο μικρός πρίγκιπας».
Ενώ ετοιμαζόταν για τις σπουδές –φιλοσοφίας- στο πανεπιστήμιο αρρώστησε για πρώτη φορά από φυματίωση, αρρώστια πολύ συνηθισμένη στη συνοικία του Μπελκούρ. Έμεινε έναν χρόνο στο νοσοκομείο και όταν βγήκε συνέχισε τις σπουδές από εκεί όπου τις είχε αφήσει.
~~~~~~~
Το 1933, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και την έκδοση της «Ανθρώπινης Μοίρας» του Μαλρώ, ο εικοσάχρονος Καμύ ανακαλύπτει τη συγγραφή και τον κομμουνισμό. Την πρώτη θα την τιμούσε μέχρι το τέλος του, αλλά ως κομμουνιστής έζησε μόνο δυο χρόνια.
Του είχαν αναθέσει να οργανώσει ένα Κίνημα Διεκδικήσεων μεταξύ των Μουσουλμάνων, αλλά το 1935, έρχονται εντολές από τη Μόσχα να παρακολουθούνται οι επαναστατικές δραστηριότητες των ντόπιων στο Αλγέρι, για να μη ξεφεύγουν από τη γραμμή και το δόγμα του Στάλιν.
Ο Καμύ (ως άλλος Λώρενς) «αρνείται να ευθυγραμμιστεί με τις οπορτουνιστικές αυτές εντολές και καταλήγει να κόψει κάθε δεσμό με το κομμουνιστικό κόμμα».
«Εκεί όπου ευδοκιμεί το ψέμα», γράφει, «αναγγέλλεται και διαιωνίζεται η τυραννία.»
Τελειώνει το διδακτορικό του στη φιλοσοφία και ιδρύει έναν ανεξάρτητο θίασο, το «Ομαδικό Θέατρο». Ο Καμύ πάντα θεωρούσε το θέατρο ως την ύψιστη μορφή τέχνης. Εργάζεται ως δημοσιογράφος, γράφει θεατρικά και ανεβάζει παραστάσεις, ξεκινάει τον «Ξένο».
Με την εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία, που «ξάφνιασε» πολλούς μετριοπαθείς, γράφει:
«Να ‘χεις ζήσει μέσα στο μίσος αυτού του θεριού, να το έχεις μπροστά σου και να μην ξέρεις να το αναγνωρίσεις. Τόσο λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Πιο ύστερα, χωρίς αμφιβολία, θα έρθουν η λάσπη, το αίμα, η πελώρια αηδία. Αλλά για σήμερα διαπιστώνουμε πως η αρχή των πολέμων είναι όμοια με την αρχή της ειρήνης: Ο κόσμος και η καρδιά την αγνοούν.»
~~~~~~~
Το 1941 τελειώνει το «Μύθο του Σίσυφου» και μπαίνει στη Γαλλική Αντίσταση.
«Κατάλαβα τότε πως απεχθανόμουν όχι τόσο τη βία όσο τη θεσμοθέτηση της βίας.»
Μετά την Απελευθέρωση (και άλλον έναν υποτροπιασμό της φυματίωσης) ο Γκαλιμάρ, ο εκδοτικός θρύλος της Γαλλίας, υποκύπτει στην πίεση του Μαλρώ και εκδίδει τον «Ξένο», πιστεύοντας ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν πρόκειται να πουλήσει πάνω από χίλια αντίτυπα. Έκανε λάθος.
Μαζί με το «Μύθο του Σίσυφου», που εκδίδεται τον επόμενο χρόνο, ο κόσμος ανακαλύπτει το αντίπαλο δέος του υπαρξισμού. Από τη μια είναι ένα ολόκληρο κίνημα, από την άλλη ένας μανιώδης καπνιστής, που ποτέ δεν θα παραδεχτεί ότι είναι φιλόσοφος.
~~~~~~~
Το 1948 η Ανατολική Ευρώπη γίνεται βορά της Σταλινικής δικτατορίας.
Ο Καμύ αντιδρά με μια σειρά από άρθρα:
«Όταν ένας άνθρωπος, κάπου στον κόσμο, υψώνει τη γυμνή γροθιά του μπροστά σε ένα τανκ και ουρλιάζει πως δεν είναι σκλάβος, τι χαρακτηρισμός μας ταιριάζει αν μένουμε αδιάφοροι;»
Όμως ενώ αντιτίθεται στον σταλινισμό, ένα χρόνο μετά δίνει στη δημοσιότητα μια έκκληση για τη ζωή των καταδικασμένων σε θάνατο Ελλήνων κομμουνιστών.
Το 1951 η έκδοση του «Επαναστατημένου Ανθρώπου» πέφτει σαν βόμβα. Ο Καμύ δέχεται επιθέσεις από δεξιά κι αριστερά (με πρωτοστάτη τον Σαρτρ), από κληρικούς και άθεους. Η «φιλοσοφία» του είναι μια φιλοσοφία ενάντια στο δογματισμό, πάσης φύσης, και υπέρ του ανθρώπου.
«Ο επαναστατημένος δε φυλάει τίποτα»,γράφει, «τα παίζει όλα για όλα.»
Τι μπορεί να καταφέρει αυτός ο άνθρωπος ενάντια στο αδηφάγο σύστημα;
«Είναι κακή κατασκευή, αγαπημένε μου», γράφει στην Πανούκλα. «Όσο μακριά και να γυρίσω πίσω θυμάμαι πως άρκεσε πάντα ένας άνθρωπος που ξεπέρασε το φόβο του κι επαναστάτησε για να αρχίσει η μηχανή τους να τρίζει. Δε λέω δα και πως σταματά, θα απείχε πολύ. Πάντως όμως, τρίζει και μερικές φορές καταλήγει να χαλάσει στ’ αλήθεια.»
~~~~~~~
Συνεχίζει να γράφει, να κάνει παραστάσεις και να παρεμβαίνει πολιτικά όποτε χρειαζόταν.
Ακόμα και οι «εχθροί» του μαρτυρούν την ευγένεια και το σεβασμό που κυριαρχούσαν στη συμπεριφορά του προς τον άλλον. «Αγνοούσε τη δόξα του», γράφει η Μπωβουάρ και διατηρούσε στον άνθρωπο του λαού μια πίστη, που ορισμένοι έκριναν απλοϊκή.
Το 1956 εκδίδει το τελευταίο του μυθιστόρημα, την «Πτώση», όπου αναπτύσσει μια παλιότερη του σκέψη: «Το μόνο φιλοσοφικό ζήτημα είναι η αυτοκτονία».
Τρεις μήνες μετά του δίνουν το νόμπελ λογοτεχνίας και δύο χρόνια αργότερα σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό με το αυτοκίνητο του Γκαλιμάρ –σε παρόμοια ηλικία με τον Λώρενς.
«Αφελής» μέχρι το τέλος έγραφε:
«Αν είχα να γράψω ένα βιβλίο περί ηθικής θα είχε 100 σελίδες, οι 99 λευκές. Στην τελευταία θα έγραφα: Δεν γνωρίζω άλλο χρέος από την αγάπη.»
~~~~~~~
(Πληροφορίες για τον Καμύ άντλησα από το βιβλίο του P. Ginestier, «Η ζωή και η σκέψη του Καμύ», εκδόσεις Άπειρον, μτφ Αλέξανδρος Βέλιος.)

Γελωτοποιός sanejoker.info

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

“Au milieu de l'hiver, j'ai découvert en moi un invincible été” - Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα ακατανίκητο καλοκαίρι...

Στη μέση του χειμώνα, ανακάλυψα τελικά ότι μέσα μου υπάρχει ένα ακατανίκητο καλοκαίρι...
“Au milieu de l'hiver, j'ai découvert en moi un invincible été” 
(invincible και όχι invisible ένα c που κάνει το καλοκαίρι του Καμύ ακατανίκητο...


Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

"Ο Ξενος" του Αλμπέρ Καμύ



Mairy Lipkovits
ΑΘΗΝΑ

"Ο Ξενος"  του  Αλμπέρ Καμύ


Bρέθηκα μέσα στο ίδιο πυρωμένο ξέσπασμα. Πάνω στην άμμο, η θάλασσα αγκομαχούσε με τη γοργή και πνιχτή ανάσα των μικρών κυμάτων της. Bάδιζα αργά προς τα βράχια κι ένιωθα το μέτωπό μου να φουσκώνει κάτω απ’ τον ήλιο. Όλη τούτη η ζέστη έπεφτε πάνω μου και μ’ εμπόδιζε να προχωρήσω. Kαι κάθε φορά που ένιωθα καταπρόσωπο τη μεγάλη καυτή πνοή της, έσφιγγα τα δόντια, έκλεινα τις γροθιές μου μες στις τσέπες του παντελονιού μου, τεντωνόμουν ολόκληρος για να κατατροπώσω τον ήλιο και τούτη τη βαριά μέθη με την οποία μ’ έπνιγε. Σε κάθε λόγχισμα του φωτός που ξεπετιόταν απ’ την άμμο, από ένα ξασπρισμένο κοχύλι ή από κανένα κομματάκι γυαλί, τα σαγόνια μου συσπάζονταν. 
Περπάτησα ώρα πολλή. 
Διέκρινα από μακριά το μικρό σκοτεινό όγκο του βράχου μέσα σε μια άλω φωτός εκτυφλωτική από την άχνη της θάλασσας. Σκεφτόμουν τη δροσερή πηγή πίσω απ’ το βράχο. Λαχταρούσα να ξαναβρώ το ψιθύρισμα του νερού της, λαχταρούσα να λυτρωθώ απ’ τον ήλιο, την κούραση και τα κλάματα των γυναικών, λαχταρούσα, τέλος, να ξαναβρώ τον ίσκιο και την ξεκούρασή της. 
Mα όταν ζύγωσα, είδα ότι ο άνθρωπος του Pεμόν είχε ξαναγυρίσει. Σκέφτηκα ότι αρκούσε να κάνω μεταβολή κι όλα θα τελείωναν. 
Πίσω μου όμως μια ολόκληρη παραλία που τη δονούσε ο ήλιος μού έκλεινε το δρόμο.